ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πολιτικό σκάκι με τον εκλογικό νόμο

ΚΩΣΤΗΣ Π. ΠΑΠΑΔΙΟΧΟΣ

Ο κ. Μητσοτάκης θα καταστήσει σαφές πως η χώρα πρέπει να μπορεί να κυβερνηθεί εάν το πρώτο κόμμα προσεγγίζει σε ποσοστό το 40%, χωρίς βεβαίως να αναφερθεί σε συγκεκριμένο «πήχυ», ο οποίος θα προσδιοριστεί όταν ο νέος εκλογικός νόμος κατατεθεί στη Βουλή – ίσως και πριν από τα τέλη του χρόνου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Πολιτικό σκάκι» στο οποίο, όμως, την απόλυτη πρωτοβουλία των κινήσεων έχει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, θα δρομολογήσει η επερχόμενη συζήτηση επί των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης, καθώς μετά την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης θα ανοίξει ο δρόμος για την αλλαγή του υφιστάμενου εκλογικού νόμου της απλής αναλογικής που ψήφισε ο ΣΥΡΙΖΑ.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η κυβέρνηση, όπως είχε καταστήσει σαφές και προεκλογικά ο κ. Μητσοτάκης, θα κατευθυνθεί σε επαναφορά συστήματος ενισχυμένης αναλογικής. Ο πρωθυπουργός θα καταστήσει σαφές πως η χώρα πρέπει να μπορεί να κυβερνηθεί εάν το πρώτο κόμμα προσεγγίζει σε ποσοστά το 40%, χωρίς βεβαίως να αναφερθεί σε συγκεκριμένο «πήχυ», ο οποίος θα προσδιοριστεί όταν ο νέος εκλογικός νόμος κατατεθεί προς ψήφιση στη Βουλή – ίσως και πριν από τα τέλη του χρόνου. Επί της ουσίας, η ανωτέρω περιγραφή παραπέμπει στην επαναφορά του μπόνους που θα φθάνει με τα συγκεκριμένα ποσοστά τις 50 ή 40 έδρες για το πρώτο κόμμα, είτε απευθείας είτε κλιμακωτά, αναλόγως με την εκλογική του επίδοση.

Επί της ουσίας, η κυβέρνηση είναι πλέον «αποδεσμευμένη» από την ανάγκη υποχρεωτικών συναινέσεων με άλλα κόμματα και συγκεκριμένα με το ΚΙΝΑΛ, για την αλλαγή του εκλογικού νόμου, παρότι θα την επιδιώξει. Η δυνατότητα του κ. Μητσοτάκη να κινηθεί μονομερώς προκύπτει από δύο δεδομένα: Πρώτον, διότι Ν.Δ. και ΚΙΝΑΛ αθροίζουν συνολικά 180 βουλευτές, οπότε δεν είναι δυνατόν από την παρούσα Βουλή να προκύψει η πλειοψηφία των 200 εδρών που απαιτείται προκειμένου ο νέος εκλογικός νόμος να ισχύσει στην αμέσως επόμενη εκλογική αναμέτρηση, η οποία με τα υφιστάμενα δεδομένα θα πραγματοποιηθεί με σύστημα απλής αναλογικής.

Δεύτερον, η αυτοδυναμία που επέτυχε η Ν.Δ. –αλλά και η προεκλογική άρνηση της Χαριλάου Τρικούπη να συμπράξει σε κυβέρνηση συνεργασίας σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας– την απαλλάσσει από την ανάγκη να προχωρήσει σε «συμβιβασμούς» στο πεδίο του εκλογικού νόμου, που θα ήταν απαραίτητοι εάν συγκυβερνούσε με το ΚΙΝΑΛ, ή το τελευταίο είχε παράσχει ψήφο ανοχής στον κ. Μητσοτάκη.

Θα πρέπει να επισημανθεί πάντως, πως μετά τη διαμόρφωση του νέου κοινοβουλευτικού χάρτη, στο παρασκήνιο συζητείται ένα σενάριο που μπορεί να οδηγήσει σε συνεργασία Ν.Δ. και ΚΙΝΑΛ στην κατεύθυνση της αλλαγής του εκλογικού νόμου. Συγκεκριμένα, μεταξύ των υπό αναθεώρηση άρθρων του Συντάγματος, είναι και το 54, που αφορά τον εκλογικό νόμο. Οπως λέγεται, Ν.Δ. και ΚΙΝΑΛ θα μπορούσαν με τις 180 ψήφους που διαθέτουν αθροιστικά να άρουν την πρόβλεψη ότι για την άμεση ισχύ του νέου εκλογικού νόμου απαιτούνται 200 ψήφοι από τη Βουλή, κατεβάζοντας το συγκεκριμένο «πλαφόν», ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος οι επόμενες εκλογές να πραγματοποιηθούν με απλή αναλογική. Μάλιστα, κατά πληροφορίες, στη Χαριλάου Τρικούπη γίνονται ήδη σχετικές συζητήσεις, αν και αναγνωρίζεται πως την απόλυτη πρωτοβουλία των κινήσεων έχει ο πρωθυπουργός.

Κλιμακωτό «μπόνους»

Πάντως, το ΚΙΝΑΛ, όπως αναφέρουν συνομιλητές της κ. Φώφης Γεννηματά, δεν πρόκειται να στηρίξει εκλογικό νόμο που θα ενισχύει υπέρμετρα το πρώτο κόμμα, όπως αυτός που ίσχυσε στην πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση. Θα συζητήσει μόνο ένα κλιμακωτό «μπόνους» που θα οδηγεί σε αύξηση των εδρών του πρώτου κόμματος, ανάλογη με το ύψος του ποσοστού του. Από την πλευρά του ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιμείνει στην ισχύ της απλής αναλογικής που ο ίδιος εισήγαγε. Εξάλλου, ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να προσδοκά –ως ο δεύτερος πυλώνας του νέου δικομματισμού– τα οφέλη της επαναφοράς ενός συστήματος ενισχυμένης αναλογικής, χωρίς να χρεωθεί ο ίδιος την κατάργηση της απλής αναλογικής που έχει απήχηση στο αριστερόστροφο τμήμα του εκλογικού του ακροατηρίου.

Παράλληλα, είναι πολύ πιθανό ανοίγοντας τον διάλογο για τον νέο εκλογικό νόμο, ο πρωθυπουργός να βάλει στην ατζέντα το λεγόμενο «γερμανικό μοντέλο» που συνδυάζει μονοεδρικές περιφέρειες και ευρεία λίστα και διευκολύνει την είσοδο νέων προσώπων στην πολιτική. Εξάλλου, η ανανέωση του πολιτικού προσωπικού βρίσκεται στον πυρήνα της σκέψης του κ. Μητσοτάκη, όπως κατέστη σαφές τόσο από τα ψηφοδέλτια της Ν.Δ., όσο και από τη σύνθεση του νέου κυβερνητικού σχήματος.

Εάν, πάντως, η κυβέρνηση θα έχει τον τελικό λόγο αναφορικά με τον νέο εκλογικό νόμο, θα αναζητήσει ευρύτερες συναινέσεις στο πεδίο της αναθεώρησης του Συντάγματος. Μάλιστα, κατά πληροφορίες, η Ν.Δ. προσανατολίζεται να στηρίξει, με επί μέρους αναδιατυπώσεις, ορισμένα από τα άρθρα που πρότεινε ο ΣΥΡΙΖΑ και συγκέντρωσαν 151 ψήφους κατά την πρώτη φάση της αναθεωρητικής διαδικασίας στην προηγούμενη Βουλή.

Σε κάθε περίπτωση, πρόθεση του κ. Μητσοτάκη είναι η δεύτερη φάση της συνταγματικής αναθεώρησης να εκκινήσει περί τον Σεπτέμβριο και να έχει ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη των διαδικασιών για την εκλογή του επόμενου Προέδρου της Δημοκρατίας. Τούτο σημαίνει ότι ο νέος Πρόεδρος θα μπορεί να εκλεγεί ακόμη και με 151 ψήφους, μόνο από τη Ν.Δ., χωρίς βεβαίως να αποκλείεται να αναζητηθούν υποψηφιότητες που θα διασφαλίζουν ευρύτερες συναινέσεις.

Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί πως στις σκέψεις του κ. Μητσοτάκη είναι και μια μεγάλη τομή στο πολιτικό σύστημα. Συγκεκριμένα, εξετάζει το ενδεχόμενο να προτείνει τη μείωση του αριθμού των βουλευτών από 300 σε 250. Εξάλλου, αποτελεί κοινή παραδοχή ότι ο αριθμός των βουλευτών στην ελληνική Βουλή είναι δυσανάλογα μεγάλος σε σχέση με τον πληθυσμό της χώρας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ