Βασίλης Νέδος ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΕΔΟΣ

Πολλοί άγνωστοι στην εξίσωση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η έναρξη παραλαβής των πυραύλων S-400 από την Τουρκία είναι από πολλές απόψεις ένα εξαιρετικά χρήσιμο μάθημα για αρκετούς εξ όσων ασχολούνται με τις εξελίξεις στη γειτονική χώρα. Τους τελευταίους μήνες επικράτησε η αντίληψη ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μάλλον «μπλοφάρει».

Ανάλογη ήταν η εκτίμηση και το 2016 κατά τις παραμονές των τουρκικών στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Βόρεια Συρία, ενώ σε αυτή την ευρύτερη αντίληψη περιορίζονταν και οι υπολογισμοί για τις κινήσεις της Τουρκίας στην κυπριακή αποκλειστική οικονομική ζώνη (ΑΟΖ).

Στην πραγματικότητα αυτή η τάση για την άμβλυνση του «κάθε επόμενου» βήματος της Αγκυρας στα μέτωπα της εξωτερικής πολιτικής της, εδράζονται στην ολοένα αυξανόμενη θεσμική αμηχανία που η Ελλάδα έχει έναντι της Τουρκίας ήδη από τη δεκαετία του 1980.

Το ευρωπαϊκό κεκτημένο λειτούργησε ως ένα χάπι placebo, το οποίο δρούσε ανακουφιστικά για ψυχολογικούς λόγους, ενώ παράλληλα η πραγματικότητα δημιουργούσε τις δικές της συνθήκες. Εμφανώς και –έως ένα βαθμό– λογικά, η Ελλάδα ως ένας παράγων status quo, δεν είναι ποτέ προληπτικός. Συνήθως αντιδρά ή ανταποκρίνεται στις κινήσεις της Τουρκίας, ευελπιστώντας, πάντα, ότι εάν η κατάσταση για κάποιο λόγο εκτραχυνθεί, στο «και πέντε», κάποια από τις παραδοσιακές μεγάλες δυνάμεις ή ένωση κρατών (ΗΠΑ ή Ε.Ε.) θα λειτουργήσει πυροσβεστικά. Είναι απολύτως ξεκάθαρο ότι αυτή η τακτική έχει ολοκληρώσει τον βίο της και δεν λειτουργεί πια. Κανείς δεν μπορεί πραγματικά να ξέρει τι έχει στο μυαλό του ο Ντόναλντ Τραμπ, ενώ η Ε.Ε. φαίνεται να μην κατορθώνει να ξεπερνά τον διακρατικό χαρακτήρα της που δυσκολεύει κάθε ουσιαστική απόφαση σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.

Απαιτούνται πραγματικά διπλωματικά θαύματα και μια ταυτόχρονη αύξηση όλων των πολλαπλασιαστών ισχύος της χώρας, ξεκινώντας από την Αμυνα, αλλά και με ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις σε όλο το φάσμα της οικονομίας και της κοινωνίας. Κινήσεις που θα αναδείξουν ότι η Ελλάδα δεν είναι ένας παθητικός αποδέκτης των εξελίξεων.

Τα ερωτήματα είναι πάντα πιεστικά: Μπορεί ένα «γερασμένο» κράτος όπως το ελληνικό να μεταρρυθμιστεί σε τέτοιο βαθμό που να αποτελέσει ένα παράδειγμα προς όλες τις κατευθύνσεις στην ευρύτερη περιοχή; Μπορεί να διεκδικήσει το μερίδιο της επιρροής –και παράλληλα της ευθύνης– που αναλογεί σε αυτή την άκρη της ευρωπαϊκής υποηπείρου;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ