ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οριστικό τέλος στην επαναφορά 13ου, 14ου μισθού στο Δημόσιο

ΙΩΑΝΝΑ ΜΑΝΔΡΟΥ

Το ΣτΕ σημειώνει ότι «οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αμετάκλητα κλείνει το κεφάλαιο της χορήγησης 13ου και 14ου μισθού στους δημοσίους υπαλλήλους, μετά την απόφαση της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας που έκρινε συνταγματικές τις περικοπές τους και ανέτρεψε προηγούμενη αντίθετη απόφαση του ΣΤ΄ τμήματος του ανωτάτου δικαστηρίου.

Η ολομέλεια του ΣτΕ με προεδρεύουσα την πρόεδρο του δικαστηρίου Αικατερίνη Σακελλαροπούλου και εισηγητές τους συμβούλους επικρατείας Ελένη Παπαδημητρίου και Ιωάννη Σπερλάκη, με σειρά αποφάσεών της έκρινε ότι η κατάργηση των επιδομάτων και των δώρων Πάσχα και Χριστουγέννων για τους δημοσίους υπαλλήλους «τεκμηριώνεται επαρκώς».

Προς αιτιολόγηση των περικοπών των δώρων και των επιδομάτων η ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας αναφέρεται στη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας και στην προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών του κράτους. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στην απόφαση, «κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των δημοσίων υπαλλήλων».

Στο σκεπτικό τους οι ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί βασίζονται σε στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας για τα όρια της φτώχειας, τα ατομικά εισοδήματα αλλά και τη διακύμανσή τους τα τελευταία χρόνια, όπως επίσης σε αναλυτικά στοιχεία για το ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων.
Κατά συνέπεια, υπογραμμίζουν οι σύμβουλοι επικρατείας, «οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο».

Σε άλλο σημείο οι σύμβουλοι επικρατείας υπογραμμίζουν ότι «το ίδιο μέτρο δεν αντίκειται στα  άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, εις βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα».

Στην απόφαση της ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας για τις περικοπές σε δώρα και επιδόματα για τους δημοσίους υπαλλήλους υπήρξε και μειοψηφία που τάχθηκε κατά με σειρά επιχειρημάτων, στηρίζοντας την απόφαση που είχε εκδώσει, πριν η υπόθεση φθάσει στην ολομέλεια του ΣΤ΄ τμήματος του ανωτάτου δικαστηρίου.
Μεταξύ της επιχειρηματολογίας που διατύπωσαν οι δικαστές που μειοψήφησαν στην απόφαση ενδεικτικά αναφέρεται ότι «oι εν λόγω υπάλληλοι έχουν ήδη υποστεί αλλεπάλληλες μειώσεις τόσο των αποδοχών τους όσο και του εν γένει εισοδήματός τους βάσει των διαφόρων νομοθετημάτων της περιόδου της κρίσης. Εξάλλου, οι επίμαχες καταργήσεις δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ειδικότερα ούτε εκ του λόγου ότι αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής που περιέχει δέσμη μέτρων για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, διότι η προϋπόθεση αυτή αποτελεί αναγκαίο όχι όμως και επαρκή όρο για τη συνταγματικότητα των εν λόγω περικοπών».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ