ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Φόνοι, συμφορές και κακουργήματα διαδέχονταν την απελπισία, τις ενοχές και τα ουρλιαχτά της Κλυταιμνήστρας που αντηχούσαν στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, καθώς ο σκηνοθέτης Ιβο βαν Χόβε μας έδειχνε καθαρά πως ανοίγει ο κύκλος της βίας, διασκευάζοντας τον Ευριπίδη στην παράσταση «Ηλέκτρα/ Ορέστης».

Ο Ιβο βαν Χόβε δημιούργησε μια νέα παράσταση που ήταν περισσότερο «Ηλέκτρα» παρά «Ορέστης», υπηρετώντας την προσωπική του ανάγνωση σχετικά με τη διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης των τριών νέων συντρόφων. Αφαιρέθηκαν σκηνές, χορικά, αναπτύχθηκε μεγάλη ταχύτητα στην αλληλουχία των φόνων αλλά οι ιδέες του Ευριπίδη και τα ερωτήματά του περί Δικαιοσύνης φωτίστηκαν στο δεύτερο μέρος της δίωρης παράστασης. Το αρχαίο θέατρο μπορεί να μη γέμισε (την Παρασκευή που παρακολουθήσαμε) αλλά το κοινό χάρισε, όρθιο, το παρατεταμένο χειροκρότημά του στον θίασο της Κομεντί Φρανσέζ.

Δεν ήταν δύσκολο να μας δείξει τους δύο κόσμους που ήταν έτοιμοι να συγκρουστούν: η Ηλέκτρα, παρουσιάστηκε κοντοκουρεμένη, ντυμένη φτωχικά, χωρίς ίχνος θηλυκότητας, ζώντας σαν αγρίμι μακριά από την παλιά ζωή της πριγκίπισσας. Ο Ορέστης, εξόριστος αλλά στο παλάτι της Φωκίδας, εμφανίζεται –όπως και οι υπόλοιποι ευγενείς του έργου– με κοστούμι σε μπλε ρουά αλλά γεμάτος θυμό.


Ο σκηνοθέτης αφαίρεσε σκηνές και χορικά για να συμπτύξει τη δράση στα πιο δραματικά μέρη, όπως η δολοφονία της Κλυταιμνήστρας,, αφήνοντας χώρο όμως στα ερωτήματα του Ευριπίδη περί δικαιοσύνης.

Δεν υπάρχει παλάτι, αλλά ένα απλό φτωχικό σπίτι και η λάσπη που καλύπτει κάθε σπιθαμή της ορχήστρας. Από εκεί άλλωστε εκπορεύονται όλα και εκεί καταλήγουν, στον κόσμο της Ηλέκτρας που αναδεικνύεται πρωταγωνίστρια του έργου. Η λάσπη είναι ο θυμός, η βία, η βαρβαρότητα που «ποτίζει» την ίδια, τον Ορέστη και τον Πυλάδη, «κολλάει» πάνω τους και τους αιχμαλωτίζει. Σαν ένα μικρόβιο που απλώνεται στον ανθρώπινο οργανισμό. Το μόνο που μπορεί να σταματήσει την εξάπλωσή του είναι μια θεϊκή παρέμβαση, ο Απόλλωνας, που εμφανίζεται στο τέλος με μια ημιδιάφανη φορεσιά και παραγγέλνει, με παιγνιώδες ύφος, το τέλος της βίας, ενώ το μαχαίρι βρίσκεται στον λαιμό της Ερμιόνης. Τι ειρωνεία. Και ο Βαν Χόβε, πιστός στην απαισιοδοξία του συγγραφέα, συνεχίζει για δευτερόλεπτα τη σκηνή της σφαγής μέσα σε φλας πριν σβήσουν τα φώτα.

Οι σκηνές της σκύλευσης των νεκρών, η τελετή της επίκλησης πριν από τις εκτελέσεις, η χορογραφία του χορού (Wim Vandekeybus), οι διάλογοι της Ηλέκτρας με την Κλυταιμνήστρα που δεν άγγιξαν η μία την άλλη παρά μόνο στο τέλος, τα ερωτήματα περί δικαιοσύνης και δικαίου που διατύπωσε, με εκτόπισμα σκηνής, ο Τυνδάρεως (Didier Sandre) συγκαταλέγονται στις δυνατές στιγμές της παράστασης. Ωστόσο, πρέπει να επισημάνουμε και τις αδυναμίες της, όπως η χρήση μικροφώνων, που άλλοτε έφευγαν από τη θέση τους και άλλοτε καλύπτονταν από τα σώματα των ηθοποιών, και το ίδιο το στήσιμο της παράστασης, που πρόδιδε ότι ήταν φτιαγμένη για κλειστό και όχι για ανοιχτό θέατρο. Οι λεπτομέρειες στις εκφράσεις, στα αιματοβαμμένα πρόσωπα, στην αίσθηση της εγγύτητας που επένδυσε ο σκηνοθέτης μπορεί να κέρδισαν τις εντυπώσεις σαν άλλο «Game of Thrones» στο θέατρο της Κομεντί Φρανσέζ, όπως έγραψαν οι New York Times, αλλά η Επίδαυρος δεν έχει το μέγεθος του τηλεοπτικού δέκτη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ