Η εμπειρία έχει δείξει ότι οι πιθανότητες για καλό φαγητό είναι αντιστρόφως ανάλογες με το τουριστικό location. Αυτό οι καλοφαγάδες το έχουν δεδομένο, γι’ αυτό και πετούν τη σκούφια τους να τραβηχτούν μέχρι τη μέση του πουθενά για έναν γνήσιο γαστρονομικό προορισμό που εδώ και χρόνια παραμένει επίκαιρος. Η περιπέτεια της αναζήτησης της τροφής και οι δυσκολίες στην πρόσβασή της κάνει ακόμα πιο συναρπαστική και τη διαδρομή, αυξάνει τις προσδοκίες και εξάπτει την περιέργεια. Και ξαφνικά στη μέση του πουθενά εμφανίζεται μια ταβέρνα. Ακόμα και στη Μύκονο που δεν μοιάζει πολύ πιθανό να βρίσκεται οτιδήποτε «στη μέση του πουθενά». Κι όμως. Από τη στιγμή που στρίβει ο δρόμος και το αυτοκίνητο βγαίνει από τον κεντρικό Χώρας-Άνω Μεράς, στα 5 χιλιόμετρα απόστασης μέχρι την παραλία του Φωκού, το τοπίο αλλάζει. Ένας χωμάτινος δρόμος διασχίζει μια ατέλειωτη ξεραΐλα, δίχως σπίτια στη διαδρομή, πλάι στην τεχνητή λίμνη του φράγματος της Άνω Μεράς, ενός υδροβιότοπου αποδημητικών πουλιών. Κι όταν αρχίσει η κατηφόρα για την παχιά αμμουδιά, μία από τις ελάχιστες παραλίες του νησιού που δεν είναι φυτεμένη με ομπρέλες, μια εικόνα παλιάς Ελλάδας ορθώνεται μπροστά μας. Είναι η ταβέρνα της οικογένειας Ταμπουλχανά που ξεροψήνει φρέσκο ψάρι και σερβίρει μόστρα με κοπανιστή.    

Απέναντι, στην Τήνο, στους πρόποδες του Τσικνιά, λίγο πριν ο δρόμος αρχίσει να σκαρφαλώνει στο πιο ψηλό βουνό του νησιού, βρίσκεται η μικρούλα Μυρσίνη, ένα γραφικό χωριουδάκι, γνωστό και ως Μουσουλού. Τη διασχίσαμε, την προσπεράσαμε, κατηφορίσουμε μέχρι τον υδροβιότοπο της Λιβάδας και κολυμπήσαμε σε μια παραλία με άγρια ομορφιά και φρέσκα νερά. Στον γυρισμό, η αναζήτηση της «Τερέζας», του καρτποσταλικού καφεοινοπαντοπωλείου στη Μυρσίνη, ήταν, όπως πάντα, μια περιπέτεια. Κι ας βάζουμε στόχο τον τρίκλιτο καθολικό Ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, πάντα χανόμαστε και καταλήγουμε να ζητάμε τη βοήθεια των χωριανών. Μα όταν προβάλουν τα τραπέζια μέσα από ακακίες και πασχαλιές στη δροσιά της αυλής, πέφτει χειροκρότημα: φρουτάλιες και μοσχομυρωδάτα μαραθοπιτάκια, κατσικάκι λεμονάτο και λουκάνικο σκορδάτο τηνιακό.   

 

 
Στην ορεινή διαδρομή του Ταϋγέτου εμφανίζεται η χωριάτικη ταβέρνα των αδερφών Θεοδόση.

 

Στα ψηλά βουνά της Νάξου 

Βουτιές και ψάρεμα στις παραλίες της Μουτσούνας και της Ψιλής Άμμου στη Νάξο και μετά επιστροφή στη Χώρα, οδηγώντας παράλληλα με το εναέριο σύστημα μεταφοράς σμύριδας, μέσα από το χωριό Κινίδαρος. Σίγουρα δεν είναι το ομορφότερο χωριό του νησιού, και ο σπουδαιότερος λόγος να φτάσεις μέχρι εκεί είναι η χασαποταβέρνα του «Βασιλαρακιού», εκεί που ο Βασίλης Κλουβάτος σιτεύει ντόπια κρέατα, να μεστώσουν για κάνα δίμηνο, να τα ψήσει να γίνουν λουκούμι. Μαζί σερβίρει γλυκές ντομάτες μπαχτσεβανίσιες και ονειρεμένα πρόβεια τυριά από Αξιώτες βοσκούς.

Νοτιότερα, στην Αμοργό. Αποκαλόκαιρο, με το απέραντο γαλάζιο πίσω μας, βάλαμε πλώρη για ενδοχώρα. Λίγα μέτρα από το αρχαίο μνημείο «Πύργος του Βασίλη», κοντά στο εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας, βρήκαμε το πατρικό σπίτι της Βαγγελίτσας της μαγείρισσας από την Αρκεσίνη, που με τα καλομαγειρέματά της έκανε ξακουστό το ταβερνάκι της τον «Πύργο». Από κάτι ξελιγωμένα γεύματα μετά το μπάνιο στην Καλοταρίτισσα, κάπως έτσι μαθεύτηκε η ταβέρνα από στόμα σε στόμα, ώσπου έγινε προορισμός, και όταν αυγουστιάτικα η Αμοργός ξεχειλίζει κόσμο, πρέπει να κλείσεις τραπέζι αν θέλεις να δοκιμάσεις ψιλοροβιθάδα με δυόσμο, δάφνη, κρεμμύδια και ντομάτα στη γάστρα, παστές σαρδέλες και πουλάκια (κολοκυθανθούς γεμιστούς). Ο κύριος Γιώργος ψαρεύει, οι γυναίκες μαζεύουν χόρτα, σπέρνουν τη φάβα, βγάζουν δικά τους μπαχτσεβανίσια, έχουν κατσικοπρόβατα, χοιροστάσι και δικά τους τυριά. Κι αφού φάνε και πιουν, και έχει κέφι η βραδιά, γλεντάνε με τσαμπούνες και λαγούτα μέχρι να φέξει.   

«Στον “Αύλωνα” έχω φάει τα καλύτερα σουγάνια της ζωής μου», ορκίζεται η Όλγα, εξηγώντας μου πως η οικογένεια Αρτακιανού κάνει παραδοσιακούς λεσβιακούς κρεμμυδοντολμάδες μελωμένους και αρωματικούς όσο πουθενά αλλού. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και φέραμε βόλτα όλο τον κόλπο της Γέρας στην ανατολική Λέσβο. Οι ελαιώνες κατηφόριζαν μέχρι την άκρη του γιαλού, κάπου συναντούσαν την εγκαταλελειμμένη πια βιομηχανική ζώνη του Περάματος, ώσπου φτάσαμε στην είσοδο του κόλπου που τα νερά είναι δροσερά. Και τότε γυρίσαμε την πλάτη στη θάλασσα, στρίψαμε σε ένα στενό δρομάκι, και βρεθήκαμε σε μια καταπράσινη αυλή που φτιάχνουν με λάδι ντόπιο και γάλα πρόβειο ένα συγκινητικά νόστιμο λαδοτύρι με γεύση τσουχτερή. 

 

 
Ο περίφημος «Πύργος» στην Αρκεσίνη της Αμοργού: τις περιόδους αιχμής πρέπει να κλείσεις τραπέζι.

 

Από τον Ταΰγετο ως τη Μέσα Μάνη

Στα μισά μιας πανέμορφης ορεινής διαδρομής που ενώνει τη Σπάρτη με την Καλαμάτα, χτισμένη με πέτρες πάνω στο ρέμα, βρίσκεται η χωριάτικη ταβέρνα των αδερφών Θεοδόση, η «Κούπιτσα», δίπλα στην ομώνυμη πηγή. Σε μια δροσερή, καταπράσινη όαση ανάμεσα σε πλατάνια στην αγκαλιά του Ταϋγέτου, με την όρεξη να χτυπάει κόκκινο, κάνουμε φαγοπότια ξεγυρισμένα με σφέλες και παστά μανιάτικα, βλίτα δροσερά και γουρουνοπούλα τρυφερή. Και λίγο πιο νότια, το πανέμορφο Σταυρί χρωστά πολλά στον Κοκοράκη και τη φαμίλια του που το βάζουν στον χάρτη. Ένα από τα πιο γραφικά πέτρινα χωριά της Μέσα Μάνης έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί. Εκεί, σε μια δροσερή αυλή κάτω από τα δέντρα, μοσχοβολάει κάρβουνο, έχει ζεστή φιλοξενία και λακωνικό μενού. Εύχυμα ψητά ντόπια κρέατα, χόρτα μανιάτικα και χωριάτικες με βουνά τη σφέλα στην κορυφή, οδηγούν ντόπιους και ξένους επισκέπτες μες στο πέτρινο τοπίο, με το μαγιό ακόμα νωπό από τις βουτιές στον Μέζαπο κάτω από δύο ψηλούς βράχους. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ