ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Αυγουστιάτικες ασκήσεις θάρρους

ΤΑΣΟΥΛΑ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

Με ξυπνά ένας επίμονος θόρυβος: μια γυάλινη μπίλια αναπηδά, και αναπηδά, και αναπηδά. Σταματά στο κεφάλι μου. Μ’ αυτή την αίσθηση ανοίγω τα μάτια μου. Άρα επέστρεψαν οι ένοικοι του πάνω διαμερίσματος – με τα παιδιά τους. Άρα δεν είμαι πια μόνη στην πολυκατοικία. 

Σηκώνομαι από το κρεβάτι. Η Ρίνα και ο Φούσκας μπλέκονται στα πόδια μου. Η Ρίνα σιωπηλή, σωστή κυρία, ο Φούσκας νιαουρίζει με φωνή δέκα γάτων μαζί. Πεινούν. Τους βάζω φρέσκο νερό και μερικές κουταλιές κονσέρβα. Φτιάχνω καφέ. Ανοίγω το ραδιόφωνο. Ο σταθμός έχει αφιέρωμα στα ελληνικά 80’s και 90’s. Ακούω Μιχάλη Ρακιντζή -«Δεν μπορώ μια ζωή, σ’ αεροδρόμια να τρέχω, σ’ το ’χω πει»- και Κακά Κορίτσια -«Γεια σου, κι εσύ και τα φιλιά σου, τα πίνω στην υγειά σου και αύριο θα ζήσω απ’ την αρχή»-, απορώ που  θυμάμαι τους στίχους και σιγοτραγουδώ. Mε... βλέπω πρώτα στα αμφιθέατρα της Φιλοσοφικής, φορτωμένη με βιβλία και σημειώσεις, κι έπειτα στη Σαντορίνη, με τα κορίτσια, να πίνουμε ούζο με πορτοκαλάδα (τι μόδα κι αυτή τότε!) σε μπαρ της Οίας και να διασκεδάζουμε με το άγαρμπο φλερτ των νεαρών στο απέναντι τραπέζι. Πώς πέρασαν έτσι τα χρόνια; (Πρώτο κλισέ)

Βγαίνω στο μπαλκόνι. Ερημιά στη γειτονιά, ερημιά γενικώς. Η Γιούλη λείπει. Οι φίλοι λείπουν. Οι συγγενείς λείπουν. Όλοι κάνουν διακοπές και να δω πώς θα γεμίσω αυτή τη μέρα. Θα μπορούσα να πάω για μπάνιο. Αλλά παντού θα γίνεται της μουρλής. Απελπίζομαι μόνο που το σκέφτομαι.

Καλύτερα να πεταχτώ μέχρι το περίπτερο για κυριακάτικες εφημερίδες, να ταΐσω και τα γατιά της πιλοτής, κι έπειτα βλέπουμε. Έχω κάμποσα να κάνω, άλλωστε, ας μη με πιάνει πανικός: να βάλω πλυντήριο, να σιδερώσω, να μαγειρέψω, να πλύνω τη βεράντα, να τακτοποιήσω το γραφείο μου. Α, και να αδειάσω, επιτέλους, τη βαλίτσα μου· μια ολόκληρη εβδομάδα πέρασε από την επιστροφή μου. Την κοιτώ, με κοιτά, φοβερίζει η μια την άλλη. Αφού δεν θα ξαναφύγω σύντομα, τι την έχω εκεί; Για να βασανίζομαι;

Την ανοίγω προσεκτικά, λες και κάποιο θηρίο μπορεί να κρύβεται στα σωθικά της και όχι μερικά από τα σύνεργα του θέρους, παροπλισμένα πια: τα μαγιό μου, ένα παρεό, μια μπαντάνα για τα μαλλιά, αντηλιακό, πετσέτα και το λευκό μου φορεματάκι, με τα κεντητά λουλουδάκια στο μπούστο. Μυρίζουν ακόμα θάλασσα ή ιδέα μου είναι;

Τι δεν θα ‘δινα να είμαι αυτή την ώρα στη Σάμο, να βγάζω πεταλίδες από τα βράχια του Μπάλου... Ή στον κήπο του σπιτιού μας στο χωριό, να διαβάζω αστυνομικά μυθιστορήματα στον ίσκιο της μουριάς. Ή στην Τσάμπου, να διαλέγω βότσαλα με περίεργα σχήματα. Να, σαν αυτό που βρίσκεται στον πάτο της βαλίτσας μου και μοιάζει με καρδιά.

Ας μην αφήσω, όμως, τη νοσταλγία να μου χαλάσει τη διάθεση. Όλα τα ωραία κάποτε τελειώνουν. (Δεύτερο κλισέ)  Έτσι και οι διακοπές. Στο κάτω κάτω, το έχει πει και ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε: «Το μόνο ταξίδι είναι αυτό μέσα μας». Ποια είμαι εγώ που θα αμφισβητήσω κοτζάμ ποιητή;

Ήχος μηνύματος στο κινητό. Μα, πού το άφησα πάλι; Τρέχω αλαφιασμένη να το βρω. Ουφ, ευτυχώς, δεν είναι από το 112. Η κολλητή μου, που παραθερίζει στο Ναύπλιο, προσπαθεί να με «ψήσει» για ημερήσια εκδρομή. «Μπορείς να μείνεις εδώ απόψε και να φύγεις για τη δουλειά νωρίς το πρωί.» Αποκλείεται. Η Αθήνα τον Αύγουστο είναι ακαταμάχητη. (Τρίτο κλισέ)

Ο πρώτος καφές έχει ήδη τελειώσει. Ώρα για τον επόμενο. Οι Κυριακές του Αυγούστου στην Αθήνα είναι άσκηση μοναξιάς και θάρρους. Πάντα βγαίνεις πιο δυνατός από μια τέτοια αναμέτρηση. Κι αυτό, πιστέψτε με, δεν είναι κλισέ. Είναι αλήθεια. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ