Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ελληνικότητα και ελληνόμετρο

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η συζήτηση περί «ελληνικότητας» έχει σημαδέψει τη γενιά μου. Μας την κληροδότησαν οι παλαιότεροι, και πριν από μερικές δεκαετίες αναβαπτίστηκε στις ιδεολογικές προδιαγραφές της εποχής. Υπάρχει μια «ελληνικότητα» που όχι μόνον διαφέρει, αλλά έρχεται σε αντίθεση με την «ευρωπαϊκότητα»; Για να υποστηριχθεί η ύπαρξή της επιστρατεύθηκαν η βυζαντινή παράδοση, ο ανατολικός χριστιανισμός, το δημοτικό τραγούδι, τα εργόχειρα και το κλαρίνο. Οι Ελληνες δεν ξέρουν από κλαρινέτο. Ξέρουν μόνον κλαρίνο. Ο Σκαλκώτας δεν ήταν παρά ένας καλός μιμητής τρόπων ξένων προς την ελληνική ψυχή. Κοινώς εκτός πεδίου ελληνικότητας.

Η υπόθεση έφτανε ώς την καταγγελία του Διαφωτισμού και του Κοραή και εν πολλοίς τον πολιτισμό της κλασικής Ελλάδας που η θεωρία της «ελληνικότητας» τον θεωρούσε και αυτόν εισαγόμενο. Υποστήριζαν πως τη σχέση της σύγχρονης με την αρχαία Ελλάδα μας τη φόρεσαν οι Ευρωπαίοι λόγιοι, απόδειξη ότι εμείς αναπτύξαμε περισσότερο την προγονολατρία και λιγότερο τη σοβαρή μελέτη τους. Θυμάμαι τον Ν. Γ. Πεντζίκη, που είχε ξεκινήσει ως υπερρεαλιστής για να καταλήξει συναξαριστής, να μου λέει σε μια συνέντευξη για το Τρίτο Πρόγραμμα ότι πρέπει να αφήσουμε τα αρχαία ερείπια να καταρρεύσουν.

Πυρήνας της «ελληνικότητας» ήσαν «των Ελλήνων οι κοινότητες» που φτιάχνουν άλλο γαλαξία όπως λέει κι ο Σαββόπουλος. Κοινώς, ο περιούσιος και καθαγιασμένος «λαός». Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος στον «Διάλογο για την ποίηση» που άνοιξε με τον Σεφέρη το διατυπώνει με λογιότερο τρόπο: «Στους παλαιότερους λογοτέχνες μας είναι εξαιρετικά έντονη, και κάποτε υπερβολικά αποκλειστική, η προσπάθεια να εκφράσουν αποκλειστικά την ελληνική ψυχή, τη γη της, και την ιστορία της… οι εκφραστικοί τους τρόποι πλάσθηκαν από τη μεγαλύτερη δυνατήν εκμετάλλευση του λαογραφικού μας θησαυρού». Ο διάλογος γίνεται στη δεκαετία του ’30, ο Τσάτσος αναφέρεται στους προηγούμενους, όμως η διατύπωση θα μπορούσε κάλλιστα να αντιμετωπιστεί ως μανιφέστο της λογοτεχνικής γενιάς του ’30.

Οντως, ώς τη δεκαετία του ’30, αλλά θα έλεγα και ώς τις δεκαετίες ’60 και ’70, ακόμη η ζωή του Ελληνα αγρότη, ή και νησιώτη, δεν διέφερε και πολύ από τη ζωή του στα χρόνια της τουρκοκρατίας, του Βυζαντίου, για να μη φτάσω ώς την ομηρική εποχή. Ο αγρότης που αλωνίζει πετώντας το στάρι στον αέρα για να το ξεχωρίσει ο άνεμος υπάρχει σε φωτογραφία του Αρη Κωνσταντινίδη, αν δεν κάνω λάθος, υπάρχει όμως και στην Ιλιάδα. Τι γίνεται, όμως, στη δεκαετία του ’80, όταν ξεσπάει η συζήτηση περί «ελληνικότητας»; Πολλώ μάλλον το 2019. Για να μην πω ότι η συσχέτιση λογοτεχνικής δημιουργίας με τον λαογραφικό θησαυρό είναι μια πρώτης τάξεως συνταγή για την παραγωγή αισθητικής μετριότητας όπως το απέδειξε η γενιά του ’30 όποτε ακολούθησε κατά γράμμα αυτή τη συνταγή.

Υπάρχει και κάτι ακόμη πιο ουσιαστικό. Διότι μιλάμε πάντα για δημιουργία και όχι για πολιτική. Ο Τσαρούχης λάτρευε τους ιμπρεσιονιστές και τον Ρενουάρ. Μετέφρασε, όμως, την αισθητική τους γλώσσα σε ελληνική παλέτα. Το ίδιο ισχύει και για τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα και τον κυβισμό, το ίδιο και για τον Εγγονόπουλο και τον υπερρεαλισμό. Ο Σεφέρης συνομιλούσε με τον Βαλερί και τον Ελιοτ και ο Ελύτης με τον Ρενέ Σαρ. Το λέει ο Σεφέρης στον διάλογό του με τον Τσάτσο: η ελληνικότητα έχει να κάνει με τη δημιουργική χειρονομία. Αν καταφέρεις να κάνεις μεγάλη ποίηση στα ελληνικά, ακόμη κι αν δεν ξέρεις ελληνικά, τότε δημιουργείς ελληνικότητα. Ως παράδειγμα ο Σεφέρης φέρνει τους τρεις μεγάλους οι οποίοι, πάντα κατά τον ίδιο, δεν ήξεραν ελληνικά: τον γενάρχη Σολωμό, τον εξόριστο Κάλβο και τον Καβάφη.

Θα μου πείτε τι νόημα έχει μια συζήτηση για την ελληνικότητα, εν έτει 2019, σε μια Ελλάδα που έχει ενταχθεί στη μεγάλη ευρωπαϊκή κοινωνία. Η αλήθεια είναι ότι όταν προ ημερών ξαναδιάβασα έπειτα από χρόνια τον «Διάλογο για την ποίηση» του Σεφέρη με τον Τσάτσο, η πρώτη μου αντίδραση ήταν ότι πρόκειται για μια συζήτηση περί όνου σκιάς, παρωχημένη, κατά συνέπεια αδιάφορη. Γεννήθηκαν δεύτερες σκέψεις, αυτές που ακολουθούν σαν τις «Λιτές» τις Ερινύες των σοβαρών κειμένων. Λιτές, θεότητες που λύτρωναν τους μετανοημένους από το κυνήγι των Ερινύων.

Εχει νόημα μια συζήτηση για την ελληνικότητα σήμερα. Θέμα πολύ σοβαρό για να το εμπιστευθούμε στους πολιτικούς ή στους πανεπιστημιακούς που φιλοδοξούν να κάνουν πολιτική καριέρα. Εχει νόημα, διότι θα μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε πως αν ακούγαμε τη φωνή των δημιουργών μας κι αν είχαμε το θάρρος να δούμε τα έργα τους, θα είχαμε απαλλαγεί από μεγάλο μέρος της ψυχασθένειας των πρώτων 200 ετών του νεοελληνικού κράτους.

Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την παιδεία μας. Θα είχαμε τουλάχιστον αντιληφθεί ότι η ελληνικότητα δεν έχει σχέση με το ελληνόμετρο των τσαρλατάνων. Και ότι είναι το βαθύτερο ρεύμα που μας συνδέει με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Αυτό τουλάχιστον μας λένε η λογοτεχνία και η τέχνη μας. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ