ΒΙΒΛΙΟ

Η ζωή με τα θηρία

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ενας άνδρας στη «φυλακή του εγώ του». Λεπτομέρεια από τον πίνακα «Μελαγχολία» του Εντβαρτ Μουνκ (1863-1944).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το 1903, ο Αγγλοαμερικανός συγγραφέας Χένρι Τζέιμς εκδίδει τη νουβέλα «The beast in the jungle» («Το θηρίο στη ζούγκλα», εκδ. Αγρα 2004, μτφρ. Π. Ισμυρίδου). Σε αυτήν τη νουβέλα περιγράφεται διεισδυτικά η προσωπικότητα, ο ψυχισμός του ήρωά του, Τζον Μάρτσερ από τα πρώτα νεανικά του χρόνια, τότε που συναντά τυχαία τη Μαίη Μπάρτραμ και συνάπτουν μια μορφή σχέσης. Η σχέση τους δεν είναι ερωτική, αν και έχει ερωτικά στοιχεία, δεν συνδέονται με φιλία, παρόλο που τα φιλικά τους αισθήματα είναι παραπάνω από έκδηλα, δεν προχωρούν σε γάμο ούτε τεκνοποιούν. Ζουν όμως μαζί καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους, και τελικά ο θάνατος αναδεικνύεται όχι αυτός που τους χωρίζει, αλλά αυτός που τους ενώνει. Και τούτο διότι τη στιγμή που έρχεται, ο ήρωας θέτει για πρώτη φορά τον εαυτό του απέναντι σε ερωτήματα που αφορούν την ύπαρξή του, και τη δυνατότητα που είχε να αξιοποιήσει αυτό που νόμιζε εκείνος για ζωή. Η σχέση τους βασίστηκε στην αίσθηση της ηρωίδας ότι υπάρχει η δυνατότητα να του συμβεί κάτι σημαντικό στη ζωή του – εκείνη ήταν που είδε για πρώτη φορά τον εγκλωβισμό του. Εκείνος, από την άλλη, δεμένος στην ακρίβεια των λόγων της κάθισε κοντά της γιατί τον συντηρούσε το βλέμμα της, αυτό το βλέμμα ότι είναι σημαντικός, και ότι κάτι σπουδαίο θα κάνει στη ζωή του. Και έτσι πέρασε η ζωή.

Ο Τζον περιμένοντας κάτι να συμβεί, αδυνατώντας να δει αυτό που ήδη συνέβαινε, ρουφούσε σαν βαμπίρ την αγάπη αυτής της γυναίκας. Ακόμα και τη στιγμή που εκείνη χαροπάλευε, που έδινε την τελευταία μάχη για τη ζωή της, εκείνος διεκδικούσε να μάθει από την ίδια πότε θα συμβεί αυτό που του έταξε. Δεν έβλεπε. Και μόνον όταν πρόσεξε στο μνήμα της το βλέμμα ενός άλλου πενθούντα, που μόλις είχε χάσει τη γυναίκα του, συγκλονίστηκε. Τότε μόνον κατάλαβε την κενότητα των αισθημάτων του, την ερήμωση, τότε μόνον είδε ότι το συγκλονιστικό που του είχε συμβεί ήταν ότι δεν μπόρεσε να φύγει λίγο από τη «φυλακή του εγώ του» για να δει τι νιώθουν οι άλλοι για εκείνον, για να δει πόσο τον αγαπούσε η Μαίη Μπάρτραμ.

Στο παρελθόν, οι κριτικοί είχαν κάνει λόγο για τον εγωκεντρισμό του ήρωα, την τρομερή εγωπάθεια, ο Χένρι Τζέιμς προφητικά έγραψε την αριστουργηματική αυτή νουβέλα έντεκα χρόνια προτού ο Σίγκμουντ Φρόιντ καταθέσει τη θεωρία του ναρκισσισμού. Μια θεωρία που έμελλε, με τις προσθήκες της και τους εμπλουτισμούς της, να είναι μία από τις σημαντικότερες και πιο δύσκολες θεωρίες όχι μόνον για την κλινική πρακτική όσο για τη ζωή των σύγχρονων κοινωνιών.

Πιο επίκαιρη παρά ποτέ, προσπαθεί ακόμα να δώσει χρήσιμα εργαλεία κατανόησης για ένα φαινόμενο που συνεχώς επικαιροποιείται, μεταμορφώνεται, κρύβεται, υποδύεται όψεις που μπερδεύουν, για ένα φαινόμενο συνυφασμένο με τη διαστρέβλωση του νοήματος του κόσμου.

Ο Τζον Μπάρτραμ είναι ένας ήρωας του σήμερα. Ενας θηριώδης τυφλός, απελπιστικά μόνος και αυτοεγκλωβισμένος στη φαντασίωση ότι θα έρθει κάτι καλό για εκείνον. Περιμένει απέξω κάτι που δήθεν του χρωστά η ζωή και κοιτά αγέρωχα τα υψηλά, αδυνατώντας να δει δίπλα του το θαύμα. Είναι ανίκανος να βιώσει συναισθήματα, ταπεινά και τόσο υψηλά: το έλεος και την ευγνωμοσύνη. Να νιώσει έλεος για την αδυναμία του, για την αδυναμία του να αγαπήσει κάτι πέραν του εαυτού, και ευγνωμοσύνη για τη γυναίκα που βρέθηκε δίπλα του μεταγγίζοντας αγάπη, χωρίς αντάλλαγμα ακόμα και τη στιγμή που ψυχορραγούσε.

Ο άνθρωπος, όπως και οι κοινωνίες, χρειάζονται να κρατήσουν λίγη αγάπη για τον εαυτό τους για να μην αρρωστήσουν. Να στρέφονται προς την αγάπη του εαυτού. Για να μην πεθάνουν όμως χρειάζονται να αγαπήσουν και κάποιον άλλον πέραν του εαυτού. Κάποιον άλλον ως άλλον, όχι ως αντανάκλαση, ως υπηρεσία του εαυτού. Κάποιον άλλον που στα δικά τους μάτια αξίζει να αγαπηθεί, ακόμα και αν δεν τους αγαπά όσο θα ήθελαν. Αυτό ημερεύει το θηρίο. Και κάνει τη ζούγκλα μια υπέροχη χαρτογραφημένη γη, προκλητική μεν αλλά πλούσια σε εμπειρία.

Από τις πιο πολυχρησιμοποιημένες λέξεις της εποχής μας είναι η «ενσυναίσθηση». Πολύ εύκολα μιλάμε για ευαισθησία και ενσυναίσθηση. Και αυτό το αναζητάμε νομίζοντας ως άλλη φιλάνθρωπη πράξη ότι αν το «αγοράσουμε» από κάπου, αν το υιοθετήσουμε έστω και ψευδώς, θα βοηθήσουμε τον συνάνθρωπό μας. Για αυτό βλέπω πολύ συχνά «ευαίσθητες» οικογένειες με τρομερά «αναίσθητα» παιδιά, παγωμένα, ακινητοποιημένα ή υστερικά, θηρία σε κλουβιά. Η ενσυναίσθηση είναι μια ταπεινή πορεία, βαθιά προς τα έγκατα των ψυχικών μας ορυχείων. Αφορά εμάς και μόνον εμάς. Οχι με ναρκισσιστικό και εγωπαθή τρόπο, αλλά με έναν ανοιχτό σε έλεος και ευγνωμοσύνη ψυχισμό που συντονίζεται με το δράμα του άλλου, που νιώθει όπως ο πάσχων, ο αδύναμος, και την ίδια στιγμή ζει και ο ίδιος ως πάσχων και αδύναμος. Γιατί στην πορεία που λέγεται ζωή, κανείς μας δεν είναι τόσο δυνατός αλλά κανείς και τόσο αδύναμος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ