Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Σταύρος Τσακυράκης: Η μνήμη αλλιώς

«Δεν μου άρεσε αυτή η εξέλιξη». Δεν του «άρεσε» του Σταύρου Τσακυράκη που ο νόμος Παρασκευόπουλου, το 2016, οδηγούσε στην παύση της δίωξης εναντίον του, έπειτα από μήνυση της τότε προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασιλικής Θάνου. Θα του άρεσε να είχε δικαστεί. Θα του άρεσε να πάει στο δικαστήριο και να εξηγήσει γιατί ο χαρακτηρισμός «αφελής» και «πολιτικάντης» προστατεύονται απολύτως από την ελευθερία του λόγου, ακόμη και όταν προσάπτονται στην πρόεδρο του Αρείου Πάγου.

Τελικώς, η Θάνου διέψευσε τον Τσακυράκη. Απέδειξε ότι δεν ήταν καθόλου αφελής. Το συμπόσιο που έγινε αυτές τις ημέρες στη μνήμη του Τσακυράκη, στη γενέτειρά του, στη Μήθυμνα της Λέσβου, συνέπεσε με τη θορυβώδη έξοδο της Θάνου από τη δημόσια ζωή.

Η σκέψη είναι βέβηλη. Αλλά ο καθηγητής θα μπορούσε να είχε υποστηρίξει την πρώην πρόεδρο που τον μήνυσε. Θα μπορούσε, με την εκνευριστική του απροσωποληψία, να είχε υποστηρίξει ότι όσο αθέμιτος ήταν ο διορισμός της, άλλο τόσο αθέμιτη ήταν η φωτογραφική ρύθμιση με την οποία επιχειρήθηκε η έξωσή της.

Εντάξει, η εικασία είναι ακραία. Αλλά δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Τσακυράκης εξέπληττε ακόμη και τους φίλους του, με την οικειοθελή του κώφωση στις σκοπιμότητες της συγκυρίας. Οποιος τον είχε ακούσει να επιχειρηματολογεί, πάντα με νηφάλιο πάθος, δεν μπορεί να προσπαθεί σήμερα να φανταστεί τη φωνή του.

Τι θα έλεγε σήμερα, αν ζούσε; Θα συμμεριζόταν την περιρρέουσα αισιοδοξία ότι τα χειρότερα έχουν περάσει; Θα συμφωνούσε ότι η μεταπολιτευτική δημοκρατία, που φαινόταν τις χειρότερες στιγμές της κρίσης να έχει φτάσει κοντά στο όριο θραύσης, επιστρέφει στον κανονικό της σφυγμό;

Ο Τσακυράκης δεν ησύχαζε. Η εγρήγορσή του θύμιζε εκείνο το παλιό ιστορικό ανέκδοτο: Το 1787, μετά το πέρας της συντακτικής συνέλευσης που έδωσε στις νεογέννητες Ηνωμένες Πολιτείες το Σύνταγμά τους, μια κυρία ρώτησε με αγωνία τον Βενιαμίν Φραγκλίνο, τι πολίτευμα τελικώς είχαν αποφασίσει οι πατέρες του έθνους. «A republic, madam, if you can keep it». Δημοκρατία, αν την κρατήσετε.

Αυτή η επίγνωση της καταστατικής επισφάλειας της δημοκρατίας –αενάως υπό διεκδίκηση και ποτέ τετελεσμένη– καθοδηγούσε και τον Τσακυράκη. Γι’ αυτό επέμενε συνέχεια να ορίζει και να υπερασπίζεται τις αξίες, πάνω στις οποίες βασίζονται οι συνταγματικοί κανόνες.

Τώρα, που το 2021 πλησιάζει, θα άξιζε ίσως να αναψηλαφηθούν οι δύο αιώνες του εθνικού βίου από αυτή την οπτική γωνία: Από την οπτική γωνία εκείνων που αγωνίστηκαν όχι μόνο για το πλάτος, αλλά και για το βάθος της χώρας. Οχι μόνο για το εμβαδόν της, αλλά και για τις εύθραυστες θεσμικές της ρίζες.

Εμανουέλ Μακρόν: Το ταξίδι του μέλιτος

Το πρώτο ταξίδι είναι πάντα σαν ταξίδι του μέλιτος. Ολα είναι νέα και φωτεινά. Για τον Μητσοτάκη, το ταξίδι στο Παρίσι –που θα μπορούσε να είναι το πρώτο, πριν ακόμη και από τη Λευκωσία, αν δεν το είχαν αναβάλει οι ιουλιανές κοινοβουλευτικές του υποχρεώσεις– είχε αυτόν τον χαρακτήρα.

Φρόντισε ο φωτογενής οικοδεσπότης του, που ξεπέρασε ακόμη και το πολύ θετικό κεκτημένο της ελληνογαλλικής εγγύτητας, μιλώντας όπως ήθελε η Αθήνα – ιδίως στη γραμμή έναντι της Τουρκίας.

Πολύ προτού συναντήσει τον Μακρόν, πάντως, ο Μητσοτάκης είχε φροντίσει να μην βάλει τον πήχυ εκεί όπου δεν θα μπορούσε να τον φτάσει. Είχε, ήδη προεκλογικά, αρχίσει να καταστρώνει μια στρατηγική, στην οποία ο στόχος των πρωτογενών πλεονασμάτων θα μπορούσε να περιμένει.

Στο Παρίσι φάνηκε ότι η επιλογή αυτή –του απεγκλωβισμού της ευρωπαϊκής παρουσίας της Ελλάδας από τη (μετα)μνημονιακή διαπραγμάτευση– μπορεί να ανοίξει νέα πεδία στα εξωτερικά. Μπορεί να αρχίζει να διαμορφώνει τη διεθνή εικόνα μιας χώρας που δεν είναι πια μολυσματική εξαίρεση που επιστρέφει σαν παίκτης.

Αυτόν τον σκοπό, της επανατοποθέτησης στο ευρωπαϊκό τραπέζι, είχε και η προσπάθεια του Μητσοτάκη να συνδεθεί με την ατζέντα του Μακρόν, συντασσόμενος με τα κεφάλαια που αφορούν τη νέα αρχιτεκτονική της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά και με την «πράσινη» ατζέντα.

Η συνολική σκηνογραφία της επίσκεψης στο Παρίσι υπηρέτησε το σενάριο που οι συνεργάτες του Μητσοτάκη περιέγραφαν ως προσπάθειά του να συστηθεί σαν «ο πρώτος πρωθυπουργός της Ελλάδας μετά την κρίση» – με την έμφαση στο μετά.

Μένει να φανεί αν το σκηνικό μπορεί να ξαναστηθεί και να εμπεδωθεί σε ένα, παραδοσιακά, λιγότερο ζεστό περιβάλλον – όπως η καγκελαρία.

Αν πάντως δοκίμαζε κανείς έναν πρώτο απολογισμό του πρωθυπουργικού στυλ του Μητσοτάκη, θα μπορούσε να το συνοψίσει στα τελευταία εικοσιτετράωρα – ή μάλλον στα τελευταία χιλιόμετρα: στην απόσταση από τον οδικό άξονα της Βόρειας Κρήτης στο Παρίσι και πίσω, άρον άρον, στο Μάτι. Κυριολεκτικά, από το μέγαρο στο χωράφι.

Κανένα θέμα δεν είναι τόσο υψηλής ή τόσο χαμηλής πολιτικής ώστε να εξαιρείται από το βεληνεκές του πρωθυπουργού. Τη μία μέρα μπορεί να ασχολείται με τα ατυχήματα στην Κρήτη και την επομένη με την κλιματική αλλαγή. Αυτό το μοντέλο, ας πούμε, «ολιστικής» πρωθυπουργίας μπορεί να φαίνεται υπερφιλόδοξο, αλλά δεν είναι χωρίς λογική.

Εξω μιμείται τη μακρονική φαντασμαγορία. Και μέσα οδηγεί τη μπουλντόζα. Δύο ρόλοι, ένα πρόσωπο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ