Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Γιάννης Βούλγαρης: Στον καιρό του τρύγου

Στο Κτήμα Μερκούρη θα ήταν μόνο η εποχή του τρύγου. Θα ήταν, αν δεν επρόκειτο εκεί, στο Κορακοχώρι, να λάβει απόψε χώρα η σύναξη των εκσυγχρονιστών. Σημίτης, Βενιζέλος και Αλιβιζάτος θα μιλούσαν για το βιβλίο του καθηγητή Γιάννη Βούλγαρη, ενός εκ των διανοουμένων που στήριξαν τον σημιτικό εκσυγχρονισμό και καθοδήγησαν την –άκαρπη– αναβίωσή του το 2014, με τους «58». Παρότι κομματικώς ανενεργά, τα πρόσωπα παραείναι εμβληματικά για την Κεντροαριστερά για να προσπεράσει κανείς την εκδήλωση σαν σκέτη παρουσίαση βιβλίου. Τα ίδια τα «εμβλήματα» επέμεναν, πάντως, ότι δεν είχαν καμία όρεξη να συμβολίσουν οτιδήποτε.

Ηθελαν μόνο να συζητήσουν για το ίδιο το βιβλίο, «Ελλάδα: Μια χώρα παραδόξως νεωτερική».

Το βιβλίο, πάντως, δεν είναι «παραταξιακό». Το αντίθετο. Κλονίζει τους βασικούς κοινούς τόπους στους οποίους οχυρώθηκε κατά τα χρόνια της κρίσης η ευρύτερη παράταξη του «Ναι» – η, ας πούμε, φιλοευρωπαϊκή.

Το ελληνικό κράτος; Οχι, λέει ο Βούλγαρης. Δεν ήταν βαρίδι που κράτησε τη χώρα πίσω, αλλά, στα 200 χρόνια της ύπαρξής της, ήταν ατμομηχανή του εκσυγχρονισμού και της ανάπτυξης.

Το έθνος; Οχι, δεν ήταν «ανατολίτικο» και καθηλωμένο σε οθωμανικές παθογένειες. Ηταν το πρώτο έθνος-κράτος στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, με πρώιμη δημοκρατική συγκρότηση και με πολύ πιο επιτυχημένη εξέλιξη από τα υπόλοιπα έθνη, τουλάχιστον της γειτονιάς.

Η νεωτερική Δύση – με την οποία προσπαθούμε να συγκλίνουμε; Και πάλι όχι. Δεν είναι ένα πρότυπο που διαρκώς προοδεύει. Είναι σημαδεμένη από τις ίδιες ασυνέχειες. Απόδειξη ότι, σε αυτή ακριβώς την ιστορική στιγμή, ορισμένες από τις «προηγμένες» δημοκρατίες-πρότυπα μοιάζουν σε πιο δεινό εγκλωβισμό απ’ ό,τι η ανανήψασα Ελλάδα.

Η διαπίστωση αυτή δεν είναι λόγος εφησυχασμού. Η Ελλάς είναι έθνος ευάλωτον. Οι διεθνείς κρίσεις τής προκαλούν υπαρξιακούς κλυδωνισμούς. Στους παγκόσμιους πολέμους –γράφει ο Βούλγαρης– πέρασε εμφυλίους (1915, 1944). Στις παγκόσμιες οικονομικές κρίσεις βίωσε αντίστοιχες χρεοκοπίες (1932, 2010).

Η ιδιάζουσα ελληνική ευπάθεια στις διεθνείς μεταπτώσεις δεν είναι το μόνο ανησυχαστικό δίδαγμα του βιβλίου. Ενα άλλο είναι η διαπίστωση ότι οι δυνάμεις της οπισθοδρόμησης και του εκσυγχρονισμού δεν ορίζονται από ξεκάθαρες γραμμές, αλλά συχνά συγκατοικούν στα ίδια συλλογικά υποκείμενα. (Πώς να μην σκεφτεί κανείς το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη, που ποτέ δεν ήταν «του Σημίτη»;)

Η κρίση σκλήρυνε τους μανιχαϊστικούς διαχωρισμούς. Εξ ου και πολλοί πανηγύρισαν το εκλογικό τέλος του λαϊκισμού, βλέποντας μόνο τον λαϊκισμό των άλλων – και όχι εκείνον που τρέφουν στους κόλπους τους. Τον οικείο λαϊκισμό που πρέπει να νικούν διαρκώς, κυβερνώντας.

Παύλος Γερουλάνος: Βουτιά στο πηγάδι

Αν σε κάτι έχει δίκιο η Γεννηματά είναι ότι κανείς στο ΠΑΣΟΚ δεν είναι πιο ΠΑΣΟΚ από την ίδια – ούτε καν ο ΓΑΠ, που πέρασε κάποιες περιόδους της ζωής του μακριά από το «πατρικό» του. Η Φώφη δεν βγήκε ποτέ από τους τοίχους του κόμματος που τη γαλούχησε – από το κόμμα στις συγκεντρώσεις του οποίου έτρεχε, όπως έλεγε προχθές η ίδια καμαρώνοντας, «με την τσάντα του Δημοτικού».

Αυτή η ταυτότητα της προέδρου του ΚΙΝΑΛ καθιστά και κάπως παράδοξο το σκεπτικό –«πλατφόρμα» το έλεγαν στην αρχαία πασοκική– μέσω του οποίου ο Παύλος Γερουλάνος επιχειρεί ήδη να πλασαριστεί σαν διάδοχος.

Ο Γερουλάνος ζητάει παλινόρθωση των συμβόλων και επιστροφή στο παλαιό ΠΑΣΟΚ. Μέσα από τον ζαχαρωτό σοσιαλυρισμό που ήκμασε την περίοδο της νεοπαπανδρεϊκής κυριαρχίας στο κόμμα, θέλει να φέρει αυτό που το ΠΑΣΟΚ ήδη έχει.

Το κόμμα ήδη διαθέτει μια ηγεσία που –επειδή έχει το όνομα, αλλά και τη ρετρό χάρη– μπορεί να διεγείρει τη μνήμη του παλαιού αφοσιωμένου ακροατηρίου. Μπορεί να καταφέρει την παλινόρθωση που θέλει ο Γερουλάνος καλύτερα από τον Γερουλάνο.

Στην πραγματικότητα το εγχείρημα αυτό –της νοσταλγικής επανασυσπείρωσης του χώρου– έχει κιόλας συντελεστεί. Εχει συντελεστεί με τα γνωστά εκλογικά αποτελέσματα, χωρίς να διαφαίνεται καν η πιθανότητα εκπλήρωσης του στρατηγικού στόχου που το ίδιο το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ είχε θέσει.

Το κόμμα μοιάζει τώρα έτοιμο να γλιστρήσει στο πηγάδι μιας νέας εσωστρέφειας, χωρίς καν να συζητάει για το πραγματικό πολιτικό του πρόβλημα. Αν κρίνει κανείς από τους πρώτους δύο μετεκλογικούς μήνες, το πρόβλημα αυτό φαίνεται να συνοψίζεται στην αδυναμία του να βρει λόγο αυτόνομης ύπαρξης.

Απέναντι σε μια κυβέρνηση που δεν εφαρμόζει μέτρα λιτότητας, το γεννηματικό ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ εξαντλεί τα περιθώρια διαφοροποίησής του στα πεδία εκτός οικονομίας – όπως το έκανε στο θέμα του πανεπιστημιακού ασύλου και στις αστυνομικές επιχειρήσεις στα Εξάρχεια. Ετσι, μάλλον από αυτοματισμό, προσχωρεί στην περιοχή της «αριστερής» ατζέντας. Προσπαθώντας να ξαναβρεί τα αντιδεξιά του αντανακλαστικά απέναντι στον Μητσοτάκη, μπαίνει στην τροχιά του ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτή η δορυφοροποίηση δεν είναι βέβαια έκπληξη. Είναι μάλλον η προδιαγεγραμμένη κατάληξη μιας κεντροαριστερής ανασύνθεσης που απέτυχε για να καταλήξει αναπασοκισμός με άλλο όνομα.

Αυτοί που αμφισβητούν τη Γεννηματά έχουν να αντιπροτείνουν μόνο τη δική τους φωτογενέστερη εκδοχή του αναπασοκισμού. Εκεί που η Φώφη απέτυχε, εκείνοι διατείνονται ότι θα αποτύχουν καλύτερα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ