Μόλις είχε επιστρέψει στην Αθήνα από τον Βόλο και τον «Πάγο». Έτσι αποκαλεί το στούντιό του στη γενέτειρά του. «Επειδή πρόσφατα έβαψα τους τοίχους και το χρώμα που διάλεξα ήταν... του πάγου», μου εξηγεί γελώντας. Δημήτρης Σκύλλας, ετών 32, συνθέτης και πιανίστας με έδρα το Λονδίνο, ο πρώτος Έλληνας στον οποίο η Συμφωνική Ορχήστρα του BBC έκανε ανάθεση δημιουργίας έργου. Το «Kyrie Eleison», που «γεννήθηκε» έπειτα από αυτή την πρόταση, θα παρουσιαστεί στο Barbican, στη βρετανική πρωτεύουσα, στις 29 Ιανουαρίου 2020 και στη συνέχεια, στις 19 Μαρτίου, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση (από την πλευρά της οποίας έγινε συνανάθεση). Σπουδαία διάκριση για τον ίδιο, αλλά και για τη χώρα μας. Πριν κάνω το λάθος να σχολιάσω το νεαρόν της ηλικίας του, με προλαβαίνει: «Με ενοχλεί ο ρατσισμός απέναντι στους νέους. Ξέρω ότι, με το που θα μαθευτεί η συνεργασία με το BBC, οι αντιδράσεις των Ελλήνων θα είναι μοιρασμένες. Κάποιοι θα πουν: “Μπράβο που εμπιστεύτηκαν έναν 32χρονο”. Άλλοι θα αντιδράσουν: “Γιατί να μη γίνει η ανάθεση σε κάποιον πιο έμπειρο;”. Είναι οι ίδιοι που σε ένα επαγγελματικό ραντεβού θα μου μιλήσουν στον ενικό και θα με αποκαλέσουν “αγορίνα” ή “φίλε”. Με εξοργίζει αυτή η έλλειψη τακτ...».

Από πού κρατάει η σκούφια σας, κύριε Σκύλλα;

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στον Βόλο. Και μολονότι έζησα μέχρι τα δεκαοκτώ μου δίπλα στη θάλασσα, αισθάνομαι βουνίσιος. Ίσως γιατί περνούσα τα καλοκαίρια μου στα Άγραφα, από όπου κατάγεται ο πατέρας μου, κι αυτό το τοπίο με έχει επηρεάσει βαθιά. Έχω ανεξίτηλες αναμνήσεις από τα γλέντια στο χωριό και τα πανηγύρια, από τα κλαρίνα και την ένταση της μουσικής, που ακουγόταν... πέντε κάμπους πιο πέρα. Έτσι εξηγείται το βουκολικό στοιχείο στα έργα μου, η αγάπη μου για τα πνευστά και τα κρουστά. Είμαι πιανίστας, αλλά με έχει κερδίσει ο αέρας. Αλλά και οι γονείς μου ανέκαθεν λάτρευαν τη μουσική: από πιτσιρίκι με έπαιρναν μαζί τους στα μπαρ, θυμάμαι τη μητέρα μου να ακούει στη διαπασών Φρανκ Ζάπα και Ντέιβιντ Μπάουι στο σπίτι και τους τοίχους να δονούνται.  

Το πιάνο πώς μπήκε στη ζωή σας;

Η γιαγιά μου είχε μαγαζί δίπλα σε ωδείο. Άκουγα να παίζουν πιάνο και ζητούσα επιτακτικά να μπω στο κτίριο και να παίξω κι εγώ.  Έτσι ξεκίνησαν όλα.  Ήμουν πέντε ετών. Από τότε, βέβαια, πέρασα από αρκετά στάδια. Μέχρι τα είκοσί μου, για παράδειγμα, σκεφτόμουν να γίνω πιανίστας κονσέρτων. Όμως άλλαξα ρότα, γιατί συνειδητοποίησα ότι δεν έχω την καρδιά του πιανίστα.

Τι εννοείτε; Πώς είναι η καρδιά του πιανίστα;

Ο πιανίστας κοιτάζει το πιάνο και νιώθει ότι αυτό είναι η ζωή του. Εγώ το βλέπω ως μέσο για να εξωτερικεύσω αυτά που έχω μέσα μου, δεν είναι για μένα το άλφα και το ωμέγα. Είμαι πιο κοντά, ίσως, στην ψυχοσύνθεση ενός συγγραφέα ή ενός ζωγράφου, την ίδια πρόθεση έχουμε, την ίδια αλήθεια σκάβουμε. Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν αυτό που κάνω είναι μουσική ή θα έπρεπε να το ονομάζω διαφορετικά· ηχητική ποίηση, για παράδειγμα. Τα έργα μου, που πατούν γερά πάνω στο παραδοσιακό στοιχείο –και το ελληνικό, και άλλων χωρών–, έχουν κάτι που η δυτική μουσική δεν έχει τόσο έντονα: την αφήγηση. Αν δεν ήμουν συνθέτης, θα ήθελα να είμαι συγγραφέας. Μήπως είμαι συγγραφέας με νότες, τελικά; 

Πότε γράψατε το πρώτο σας κομμάτι;

Στα είκοσί μου, με έμπνευση έναν έρωτα. Αλλά μάλλον δεν θα το ακούσει ποτέ το κοινό.

Επειδή είναι πολύ προσωπικό;

Όχι, επειδή δεν είναι και τόσο καλό! (Γέλια)

Είστε μοναχοπαίδι. Οι γονείς σας πώς αντιμετώπισαν την απόφασή σας να φύγετε για το Λονδίνο;

Πολύ θετικά. Με ενθάρρυναν και συνεχίζουν να με στηρίζουν σε ό,τι αποφασίζω. Από μικρός κάνω αυτό που θέλω. Ωχ... Αυτό μάλλον δεν ακούστηκε πολύ καλά. (Γέλια) Εννοώ ότι χαράσσω την πορεία μου κι εκείνοι είναι συνοδοιπόροι μου. Κι αυτό αφορά καθετί. Ξέρετε, πολλοί άνθρωποι του χώρου έχουν προσπαθήσει κατά καιρούς να με... συνετίσουν. «Ένας συνθέτης της δικής σου κατηγορίας δεν μπορεί να χορεύει στα μπαρ με τραγούδια της Madonna ή της Lady Gaga. Πρόσεξε μην τσαλακώσεις την εικόνα σου», λένε. Μα, αυτός είμαι! Γιατί να το κρύψω και να υποκρίνομαι;

 

 

Διανοούμενος και κοσμικός;

Ανήκετε σε συγκεκριμένη κατηγορία;

Συνήθως χρησιμοποιούν τον όρο «συνθέτης σύγχρονης κλασικής μουσικής» όταν αναφέρονται σ’ εμένα. Δεν μου αρέσει, αλλά και δεν με ενδιαφέρει να «εφεύρω» κάποιον άλλο. Μου πήρε καιρό να ξεπεράσω κάμποσα από τα κόμπλεξ και τις ανασφάλειές μου. Πλέον έχω αποφασίσει ότι δεν έχει νόημα να προσπαθώ να ανταποκριθώ στις προσδοκίες και στα στερεότυπα των άλλων, να χωρέσω στο «αποστειρωμένο» κοστούμι του κλασικού συνθέτη. Νιώθω μια συγγένεια με καλλιτέχνες που έζησαν στην κόψη, όντας και διανοούμενοι και κοσμικοί: με τον Σαλβαντόρ Νταλί, τον Πάμπλο Πικάσο, τη Μαρία Κάλλας – ή, σήμερα, την Μπγιορκ. Και το λέω με κίνδυνο να χαρακτηριστώ μεγαλομανής και ψωνισμένος. Νιώθω καλά όταν έχω τη δυνατότητα να γράψω ένα «βαρύ» έργο και ταυτόχρονα να απολαμβάνω μια ελαφρότητα στην καθημερινότητά μου. Είναι απελευθερωτικό να μπορείς να κάνεις βλακείες, να λες λάθος πράγματα – αρκεί να μην προσβάλλεις τους άλλους.

Επόμενο κεφάλαιο: Λονδίνο. Πόσο εύκολα εγκλιματιστήκατε;

Δεν ήταν εύκολη η μετάβαση για ένα επαρχιωτόπαιδο· από το κέντρο του Βόλου βρέθηκα στο κέντρο του Λονδίνου, γεμάτος ενθουσιασμό, μάλλον με άγνοια κινδύνου. Τις προάλλες βρήκα μια φωτογραφία από τη μέρα που πήρα το πρώτο πτυχίο μου, το 2008, μαζί με τους συμφοιτητές μου έξω από το Barbican. Τότε δεν είχα ξαν ξεκινήσει να συνθέτω. Σε λίγους μήνες θα βγάλω άλλη μία φωτογραφία στο ίδιο σημείο, μια και τον Ιανουάριο θα παρουσιαστεί στο Barbican το νέο έργο μου, ανάθεση από τη Συμφωνική Ορχήστρα του BBC, την ορχήστρα των ονείρων μου. Δεν πρέπει να τα πήγε κι άσχημα το επαρχιωτόπαιδο, λοιπόν...

Σχέσεις ήθους

Πώς άνοιξε αυτή η πόρτα;

Το 2015 έκανα το επαγγελματικό μου ντεμπούτο, παρουσιάζοντας στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών το «Grief Gestures», που συνδυάζει τη σύγχρονη μουσική με την κλασική, αλλά και με το ηπειρώτικο μοιρολόι. Στη συνέχεια, ακολουθώντας τη συμβουλή του Γιώργου Κουμεντάκη, καλλιτεχνικού διευθυντή της ΕΛΣ, να δημιουργώ «σχέσεις ήθους» με ανθρώπους από τον χώρο τους οποίους θαυμάζω και εκτιμώ, και περνώντας μια φάση εξωστρέφειας –παίζοντας σε μεγάλους χώρους, όπως το Αβαείο του Γουέστμινστερ και το Μουσείο Victoria & Albert–, κάλεσα στη συναυλία του Γουέστμινστερ τον διευθυντή της Συμφωνικής Ορχήστρας του BBC. Θεωρούσα απίθανο το να έρθει. Όμως ήρθε! Και του άρεσε. Ήταν Οκτώβριος της ίδιας χρονιάς. Το 2017 ζήτησε να με δει. Συναντηθήκαμε στο εστιατόριο της Tate Modern. «Δεν έχουμε κάνει ποτέ ανάθεση σε  Έλληνα συνθέτη...» ξεκίνησε να μου λέει και τύμπανα άρχισαν να χτυπάνε μέσα στο μυαλό μου. «Θέλεις να γράψεις για εμάς;» συνέχισε. Προσπάθησα να συγκρατηθώ και να μην τσιρίξω από τη χαρά μου.

Τι πιστεύετε ότι εκτίμησαν σε εσάς ως συνθέτη και σας επέλεξαν;

Το ότι η μουσική μου είναι προσωπική και έχει καθαρή μορφή. Και η μελωδία είναι πάνω απ’ όλα. Πειραματισμός, αλλά και οικειότητα, αυτοί είναι οι στόχοι μου.

Ο τίτλος του έργου, «Kyrie Eleison», πώς προέκυψε;

Στις 11 Αύγουστου του 2017 ήμουν στον Βόλο. Είχε καύσωνα, η πόλη ήταν άδεια, όλοι έλειπαν σε διακοπές κι εγώ, περνώντας βράδυ έξω από τον Άγιο Νικόλαο, άκουσα ένα μέρος από τα εγκώμια της Παναγίας. Μπήκα στην εκκλησία την ώρα που έψαλλαν ένα συγκλονιστικό «Κύριε ελέησον». Ήταν ό,τι καλύτερο είχα ακούσει τα τελευταία χρόνια. Αν έπρεπε να στείλω μουσική στο Διάστημα, αυτόν τον ψαλμό θα επέλεγα. Ως τίτλος, το «Kyrie Eleison» έχει μια καθολικότητα, την οποία πάντα αποζητώ. Ως περιεχόμενο, έχει λιτές γραμμές – όχι απλές. Πατάει σε τρεις πυλώνες: στη λατρευτική μουσική και στα εγκώμια του Πάσχα, στο μοιρολόι και στην αρχαία ελληνική τραγωδία. Θέλω να φτιάχνω με τη δική μου μουσική γλώσσα ολοκληρωμένα δρώμενα – τελετές με αρχή, κορύφωση και κάθαρση. 

 

 

Η ζωή χωρίς smartphone

Ένα από τα επόμενα σχέδιά σας;

Να γράψω μουσική για κινηματογράφο. Αισθάνομαι έτοιμος. 

Μια ταινία την οποία θα θέλατε να έχετε ντύσει εσείς με τη μουσική σας;

Όλες οι ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου – μη με παρεξηγήσει η Ελένη Καραΐνδρου, είναι υπέροχες οι μουσικές της, απλώς μου ταιριάζουν τα αργά, ποιητικά πλάνα του. Επίσης, το «Dogville» του Λαρς φον Τρίερ και ο «Αστακός» του Γιώργου Λάνθιμου. 

Μια συνήθειά σας που δεν αλλάζετε;

Μένω στο Κάμντεν. Κάθε μέρα, με το που ξυπνάω, πηγαίνω σε ένα καφέ στη γειτονιά μου, όπου παίρνω πρωινό διαβάζοντας, γράφοντας ή απλώς παρατηρώντας τους περαστικούς. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη πολυτέλεια από τον ελεύθερο χρόνο. 

Τελικά, έχετε ακόμα το ίδιο, παλαιάς τεχνολογίας τηλέφωνο;

Φυσικά! Ζούμε στην εποχή της οπτικής χυδαιότητας, της καταστροφικής υπερέκθεσης και υπερπληροφόρησης. Γι’ αυτό δεν έχω ακόμη αποκτήσει smartphone. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπαίνω μόνο από το σπίτι, για λίγο, δεν ανεβάζω ποτέ σέλφις ή στόρις. Αρνούμαι πεισματικά να μπω σ’ αυτή την τρέλα. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ