Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Τα ελληνικά μας και η εθνική μας συνείδηση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Οπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί, / όπου και να θολώνει ο νους σας, / μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό / και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη».

Μήπως να ακούσουμε αυτό που μας λέει ο Οδυσσέας Ελύτης στο «Αξιον Εστί»; Οχι μόνον να τον απολαύσουμε ή να τον τραγουδήσουμε όπως τον μελοποίησε ο Θεοδωράκης σε ένα από τα καλύτερα έργα του. Οχι μόνον να αισθανθούμε υπερήφανοι για το Νομπέλ του, που πολλοί από μας το μπερδεύουν με το Euro στο ποδόσφαιρο. Να τον ακούσουμε και να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι θέλει να μας πει.

Τι θέλει να πει ο ποιητής όταν μας καλεί, στις δύσκολες στιγμές, να μνημονεύουμε τον Σολωμό και τον Παπαδιαμάντη; Δεν είναι, φαντάζομαι, τόσο αφελής ώστε να πιστεύει πως η ποίηση μπορεί να μας γλιτώσει από τα δεινά του κόσμου τούτου. Αλλο εννοεί, κι αυτό που εννοεί μπορεί να βρει άμεσο αντίκρισμα στη δική μας ζωή. Η ποίηση σου δίνει τόπο να πατήσεις για να μπορείς να κρίνεις τον εαυτό σου και τον κόσμο. Η ποίηση σου δίνει γλώσσα και η γλώσσα είναι το αίσθημα της πατρίδας.

Τις σκέψεις αυτές έκανα όταν είδα τις αντιδράσεις που ξεσήκωσε η δήλωση της υπουργού Παιδείας κ. Κεραμέως για τη διδασκαλία της Ιστορίας. Αυτή πρέπει να συμμετέχει στη διαμόρφωση εθνικής συνείδησης, είπε. Μπουμ ηκούσθη στον αέρα, με αποτέλεσμα να ξυπνήσουν εν μέσω της νυκτός οι προοδευτικές συνειδήσεις για να θυμηθούν πως έχουν λόγο ύπαρξης. Πώς είναι δυνατόν να μιλάει μια υπουργός για «εθνική συνείδηση» στη χώρα των ανοικτών συνόρων που ονειρεύεται να χειραφετηθεί στην πολυπολιτισμική Ευρώπη;

Ανήκω στις γενιές που στο σχολείο διδάσκονταν μια αμιγώς εθνοκεντρική Ιστορία. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν μια παρέκβαση από την αδιάπτωτη ροή των εθνικών χυμών, η Αναγέννηση, οι ανακαλύψεις, παρενθέσεις που ακολουθούσαν τους ατέλειωτους εκείνους καταλόγους των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, οι δε αιώνες της οθωμανικής κατοχής πέτρινο γεφυράκι που οδηγούσε αβίαστα στο ξέσπασμα της Επανάστασης. Τελειώναμε το σχολείο χωρίς να έχουμε ιδέα για την υπόλοιπη Ευρώπη, ή τους άλλους μεγάλους πολιτισμούς του πλανήτη. Το αποτέλεσμα ήταν το αναμενόμενο: η Ελλάδα εντάχθηκε στην Ευρώπη, χωρίς οι Ελληνες να ξέρουν ποια είναι αυτή η περίφημη Ευρώπη, για την οποία όλοι μιλούσαν αλλά ελάχιστοι την ήξεραν.

Ετσι οδηγηθήκαμε στην αντίπερα όχθη, σε μια εκπαίδευση που εξόρισε οποιαδήποτε σκέψη εθνικής συνείδησης, έκφραση η οποία, ακόμη και στον δημόσιο λόγο, αυτομάτως σε στιγμάτιζε ως αντιδραστικό. Απ’ αυτήν την άποψη θεωρώ απολύτως θετική την πρόθεση της κ. Κεραμέως. Δεν είναι δυνατόν να αισθανόμαστε ένοχοι επειδή είμαστε Ελληνες, έχουμε τη δική μας Ιστορία, όπως έχουν οι Γάλλοι ή οι Ισπανοί τη δική τους. Συμμετέχουμε στην Ευρώπη ως Ελληνες και, αν θέλουμε η συμμετοχή μας να είναι δημιουργική, οφείλουμε, πριν απ’ όλα, να καλλιεργήσουμε τη δική μας εθνική συνείδηση.

Επανέρχομαι όμως στον Ελύτη και στην ανάγκη να ακολουθήσουμε τον δρόμο που μας υποδεικνύει. Η διδασκαλία της Ιστορίας ακολουθεί. Προηγείται το εργαστήριο της εθνικής συνείδησης, η γλωσσική ευαισθησία. Αν οι λέξεις έχουν φθαρεί μες στην κοινοτοπία, αν έχουν χάσει τη σημασία τους, δεν πρόκειται ποτέ να καταλάβεις τι πραγματικά έγινε στα βουνά της Αλβανίας το 1940. Δεν αναφέρομαι στην φθισική διδασκαλία των ελληνικών, τη γραμματοσυντακτική επάρκεια. Αναφέρομαι στη σχέση που καλλιεργεί το σχολείο ανάμεσα στο παιδί και στα έργα της λογοτεχνίας. Αυτό το «μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη» του Ελύτη.

Η λογοτεχνία είναι ζωντανή πραγματικότητα. Κι ας έχει γραφτεί πριν από εκατό χρόνια· όταν τη διαβάζεις το 2019, ανήκει στο 2019. Αν δεν σε πείσει, τότε θα μείνει στο ράφι ως ιστορικό κειμήλιο. Η λογοτεχνία είναι το κεφάλαιο της γλώσσας, και η γλώσσα το κεφάλαιο της εθνικής συνείδησης. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα, χειραγωγημένο από το βαθύ κράτος των συνδικαλιστών, έχει παραμερίσει τη λογοτεχνία διότι η ανάγνωση και η κατανόησή της απαιτούν κόπο. Προτιμούν τις έτοιμες συνταγές της έκθεσης ιδεών. Last but not least. Οι Ελληνες μπορεί να έχουν πολλά διπλώματα επάρκειας στις ξένες γλώσσες, όμως ελάχιστοι τις χειρίζονται με την άνεση που αντιστοιχεί στον κόπο τον οποίον κατέβαλαν για να πάρουν το DELF ή το Proficiency. Μας λείπει η γλωσσική ευαισθησία των ελληνικών που θα μας επέτρεπε να κατακτήσουμε και την ευαισθησία των ξένων γλωσσών.

Σκέψεις κάποιου που δεν είναι εκπαιδευτικός, όμως αγαπάει την Ελλάδα όχι χάρη στην οικονομική της ή στην στρατιωτική της ισχύ –εντάξει δεν τα έχω και τελείως χαμένα–  ούτε επειδή νοσταλγεί την παιδική του ηλικία. Την αγαπάει επειδή μπορεί ακόμη να διαβάζει τα «Ρόδινα Ακρογιάλια» και να συγκινείται με τις ερωτικές τους ιστορίες, οι οποίες, χωρίς τη γλώσσα του Παπαδιαμάντη, θα ήσαν κοινότοπες. Κι η γλώσσα του Παπαδιαμάντη είναι η γλώσσα μας, η σπονδυλική στήλη της εθνικής μας συνείδησης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ