Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Φώφη Γεννηματά: Μπέλα, τσάο

Ηταν άδικο. Η κοκκινόμαυρη «αφίσα» σοσιαλιστικού ρεαλισμού διά της οποίας το Κίνημα Αλλαγής προειδοποιούσε την κυβέρνηση ότι θα το βρει «απέναντί της μέσα και έξω από τη Βουλή» δεν ήταν καν αφίσα κανονική. Ηταν ένα μπανεράκι στην ιστοσελίδα του κόμματος – ακόμη μία απόδειξη του πόσο λίγο απέχει ο γραφιστικός ζήλος από τη σκέτη γραφικότητα.

Αν θέλει κανείς να ορίσει το μετεκλογικό ΚΙΝΑΛ, δεν χρειάζεται να καταφύγει στη μακέτα μιας σηκωμένης γροθιάς που γρήγορα αποσύρθηκε. Πέρα από την πάντα αμφιλεγόμενη αισθητική, υπάρχουν οι ρητές ανακοινώσεις του κόμματος.

Από αυτές τις διακηρύξεις προκύπτει η ολοένα και μεγαλύτερη εγγύτητα του ΚΙΝΑΛ με τον αντιπολιτευόμενο ΣΥΡΙΖΑ. Συναντά κανείς όχι μόνο τους ίδιους ισχυρισμούς, αλλά και τις ίδιες εκφράσεις – για τον στόχο των πλεονασμάτων που εγκαταλείπεται, για τις δεσμεύσεις έναντι του ΣΕΒ που υλοποιεί ο Μητσοτάκης, για την ανάπτυξη των λίγων.

Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι η αντιπολιτευτική συγγένεια είναι αυτονόητη, αφού κοινός αντίπαλος είναι μια δεξιά οικονομική πολιτική.

Ομως η αυθόρμητη σύμπλευση ΣΥΡΙΖΑ - ΚΙΝΑΛ δεν περιορίζεται μόνο στα οικονομικά. Ιχνη της μπορεί να βρει κανείς στα εκπαιδευτικά και στα θέματα της ασφάλειας.

Δεν πρόκειται για σχεδιασμένη σύγκλιση κορυφής – σαν αυτές που επιχειρήθηκαν ανεπιτυχώς την προηγούμενη περίοδο. Πρόκειται μάλλον για de facto διολίσθηση.

Φαίνεται στο θέμα του εκλογικού νόμου. Η κάπως τελεσιγραφική τοποθέτηση του Μητσοτάκη στη ΔΕΘ προκάλεσε μια αντίδραση της Γεννηματά που την εξωθεί μάλλον στο στρατόπεδο της διατήρησης της συριζαϊκής απλής αναλογικής.

Σαν ο Μητσοτάκης να το κάνει επίτηδες. Σαν να θέλει να ενθαρρύνει τη διολίσθηση του ΚΙΝΑΛ προς τις συριζαϊκές θέσεις. Αδειάζει έτσι κι άλλος χώρος στο Κέντρο. Χώρος χειραφέτησης για το ακροατήριο, το οποίο, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, δεν συνέχεται από τα δογματικά ταμπού που το ΚΙΝΑΛ αναβιώνει σαν θέλγητρα «επαναπατρισμού».

Πώς αντανακλώνται αυτές οι μετατοπίσεις στο εσωτερικό του ΚΙΝΑΛ; Δεν αντανακλώνται. Από τη μία, η Γεννηματά, έχοντας να αντιμετωπίσει μια μεταμνημονιακή κυβέρνηση, αντιδρά με αντιμνημονιακό λόγο. Από την άλλη, οι αμφισβητίες της Γεννηματά την εγκαλούν επειδή δεν έχει πάει ακόμη πιο πίσω – επειδή δεν ανατρέχει ευθέως στις πρωτοπασοκικές καταβολές του αντιμνημονίου.

Το εσωκομματικό δίλημμα είναι «πίσω ή πιο πίσω». Γι’ αυτό και η αποσυρθείσα μακέτα με την τσιμινιέρα ήταν τίμια. Το γραφιστικό ατύχημα ήταν πιστό στο πολιτικό ατύχημα που κατάφερε κατά λάθος να απεικονίσει.

Δημήτρης Παπαγγελόπουλος: Το μπαλέτο του χασάπη

Μια εισαγγελέας Διαφθοράς, την οποία καταγγέλλουν η προκάτοχός της και ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου που την επόπτευε. Μια πρώην εισαγγελέας του Αρείου Πάγου που κάλυπτε τις ενέργειες της εισαγγελέως. Εφημερίδες που δημοσιεύουν μαρτυρίες προτού δοθούν και κρυφοί μάρτυρες που αυτοαποκαλύπτονται. Και στην κορυφή ένας υπουργός που αναλύει δημοσίως δικογραφίες· και ο πρωθυπουργός που τον δικαιώνει διαρκώς, κάνοντας τα έργα του σημαία.

Ποιο να είναι τώρα άραγε το μεγαλύτερο σκάνδαλο από συστάσεως του ελληνικού κράτους;

Η φράση αυτή στοιχειώνει τον τέως αναπληρωτή υπουργό Δικαιοσύνης, τόσο που είναι δύσκολο να αντισταθεί κανείς στον πειρασμό να τη στρέφει συνεχώς εναντίον του.

Ομως, και μόνο από τον θίασό της, μπορεί να αντιληφθεί κανείς ότι η υπόθεση αντι-Novartis δεν μπορεί παρά να μονοπωλήσει τη δημόσια ζωή, τώρα που άγεται στη Βουλή.

Οι εκλογές απομάκρυναν τον Παπαγγελόπουλο από τη σκηνή. Η Εξεταστική θα τον επαναφέρει σε θέση –έστω και αρνητικού– πρωταγωνιστή.

Το ερώτημα τίθεται ξανά και ξανά, επειδή δεν είναι καθόλου εύκολο να απαντηθεί: Πρέπει να μας απασχολούν οι πολιτικές παρενέργειες μιας τόσο σημαντικής ποινικής έρευνας;

Δεν συνιστούν αυτοί οι υπολογισμοί το αντίστροφο ατόπημα, από αυτό που έκανε η προηγούμενη κυβέρνηση: Εκείνοι επιχείρησαν να ποινικοποιήσουν την πολιτική. Τώρα, όσοι ζητούν καταλλαγή, είναι σαν να ζητούν την πολιτικοποίηση μιας ανοιχτής ανάκρισης.

Το πράγμα, λένε, δεν πρέπει να τίθεται σαν δίλημμα. Δεν νοείται δίλημμα «νομιμότητα ή κανονικότητα».

Αν οι διαδικασίες κινηθούν γρήγορα και αθόρυβα –με πολιτική διακριτικότητα και δικονομική αυστηρότητα– ο νόμος θα εφαρμοστεί, χωρίς να διαταραχθεί η εύθραυστη βιτρίνα της νεαρής κανονικότητας.

Παρότι θεσμικά αυτονόητη, η ισορροπία ακούγεται πολύ δύσκολη για τα ημέτερα πολιτικά ήθη. «Οχι», λέει πρόσωπο που βρέθηκε στη λίστα των διωκόμενων. «Το έχουμε ξανακάνει. Τους είχαμε δίπλα μας στη Βουλή, στη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, και συζητούσαμε μαζί τους για τους θεσμούς. Και εκείνη τη στιγμή αναρωτιόμουν: “Μα τι κάνουμε τώρα; Μιλάμε για το αυριανό Σύνταγμα με αυτούς που έλεγαν ότι, για να κερδίσουν τις εκλογές, έπρεπε να βάλουν κάποιους από εμάς φυλακή;”».

Ηταν κάπως σαν να διαβουλεύεσαι με τον χασάπη για χορτοφαγία· ή για μπαλέτο με τον Ρασπούτιν.

Τώρα –που το αίσθημα αδικίας είναι εξοπλισμένο με την ισχύ της πλειοψηφίας– θα χρειαστεί ακόμη μεγαλύτερη αυτοσυγκράτηση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ