Αθανάσιος Έλλις ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΛΛΙΣ

Ελλάδα - Ισραήλ μετά τις εκλογές

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Για άλλη μια φορά η διαιρεμένη ισραηλινή κοινωνία δεν κατέληξε σε ξεκάθαρη απόφαση. Οι κάλπες της περασμένης Τρίτης έβγαλαν ένα ομιχλώδες εκλογικό αποτέλεσμα. Η χώρα θα εισέλθει και πάλι σε έναν κύκλο διαβουλεύσεων, με τους δύο μεγάλους αντιπάλους, τον κεντρώο Μπένι Γκαντς και τον δεξιό Μπέντζαμιν Νετανιάχου, να ζυγίζουν τα δεδομένα και τον πρώην υπ. Εξωτερικών, Αβιγκντορ Λίμπερμαν, να διεκδικεί ρόλο ισορροπιστή.

Αλλά αυτά αφορούν το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό στο Ισραήλ. Το ερώτημα που απασχολεί τον υπόλοιπο κόσμο –φίλους και αντιπάλους, εταίρους και ανταγωνιστές– είναι σε ποιον βαθμό θα επηρεασθούν οι σχέσεις του Ισραήλ με άλλες χώρες στο διεθνές σκηνικό. Και εδώ υπάρχουν διαφορές μεταξύ των κομμάτων, όπως και ιδιαίτεροι προσωπικοί δεσμοί με συγκεκριμένους ξένους ηγέτες, ακόμη και ιδεολογικές προσεγγίσεις ή αποκλίσεις με κυβερνήσεις άλλων κρατών.

Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, η Ελλάδα δεν περιλαμβάνεται σε αυτό το παζλ αβεβαιότητας και πιθανών ανατροπών. Δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ των κύριων πρωταγωνιστών του ισραηλινού πολιτικού σκηνικού όσον αφορά τις σχέσεις με τη χώρα μας. Αυτό εισπράττει κανείς από τα επιτελεία όλων των πρωταγωνιστών.

Οπως τόνισε και ο νέος πρέσβης του Ισραήλ στην Αθήνα, Γιόσι Αμράνι, κατά την πρώτη του δημόσια εμφάνιση, σε εκδήλωση που συνδιοργάνωσαν το ΕΛΙΑΜΕΠ και το Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων του Αμερικανικού Κολλεγίου, όποιος και αν αναδειχθεί νικητής των εκλογών στο Ισραήλ, η στενή συνεργασία με την Αθήνα και τη Λευκωσία αποτελεί στρατηγική επιλογή του κράτους του Ισραήλ και θα συνεχισθεί, υπογραμμίζοντας ότι η συνεργασία αυτή διασφαλίζει τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα, η διεύρυνση του τριμερούς σχήματος με την προσθήκη και των ΗΠΑ (3+1) όχι μόνο αποτελεί από μόνη της εξαιρετικά σημαντική εξέλιξη, αλλά μπορεί να λειτουργήσει ως μοντέλο συνεργασίας και για άλλες χώρες.

Η διμερής συνεργασία Ελλάδας - Ισραήλ, όπως και η τριμερής με τη συμμετοχή της Κύπρου, έχουν τις δικές τους αυτόνομες στοχεύσεις και λόγους ύπαρξης. Και παρότι πολλοί δηλώνουν ότι η συνεργασία αυτή (όπως και η αντίστοιχη μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου, Αιγύπτου) δεν στρέφεται εναντίον τρίτων χωρών, δείχνουν πεπεισμένοι ότι πρόκειται για «αντιτουρκικό» μέτωπο.

Αλλά αυτό δεν ισχύει. Οι περισσότερες χώρες δηλώνουν, και το εννοούν, ότι θα ήθελαν την Τουρκία ενταγμένη στο περιφερειακό σκηνικό ασφάλειας, όπως και ενεργειακής συνεργασίας, ωστόσο για να συμβεί αυτό θα πρέπει η Αγκυρα να τερματίσει τις ρητορικές απειλές και τις προκλητικές δράσεις.

Ακόμη και αν στην αρχή η συμπεριφορά της Αγκυρας και προσωπικά του Ταγίπ Ερντογάν συνέβαλε στην προώθηση των συγκεκριμένων συνεργασιών, είναι πλέον σαφές πως σήμερα αυτές έχουν αποκτήσει τη δική τους, ανεξάρτητη από τις κινήσεις τρίτων χωρών, δυναμική και θα συνεχίσουν να λειτουργούν σε βάθος χρόνου.

Ταυτόχρονα, δεν έχει σημασία αν στο Ισραήλ κυβερνά η Δεξιά ή η Αριστερά. Ο Ερντογάν δεν εκτοξεύει κατηγορίες μόνο κατά του Νετανιάχου. Στο Νταβός, πριν ακριβώς δέκα χρόνια, είχε επιτεθεί με ανάλογη σφοδρότητα και κατά του αριστερού Σιμόν Πέρες.

Η τελευταία δεκαετία έδειξε ότι η σύσφιγξη των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων –που δεν εξαντλείται στην ενεργειακή και αμυντική συνεργασία ή στην ανταλλαγή πληροφοριών, αλλά επεκτείνεται και σε τομείς όπως ο τουρισμός, η καινοτομία, η αγροτική ανάπτυξη– υπερβαίνει πρόσωπα, κόμματα και ιδεολογίες και αποτελεί πλέον και για τις δύο χώρες στρατηγικό στόχο, που βασίζεται και συνεχίζει να οικοδομείται στις περιφερειακές προτεραιότητες, στα κοινά συμφέροντα, στις δημοκρατικές αξίες, όπως φυσικά και στις ιστορικές σχέσεις μεταξύ του ελληνικού και του εβραϊκού λαού.

​​​​​​Είναι από τις περιπτώσεις όπου όλοι αναγνωρίζουν τα οφέλη αυτής της συνύπαρξης και επενδύουν σε αυτή. Στην ελληνική πλευρά αυτό επιβεβαιώθηκε περίτρανα τα τελευταία χρόνια. Πρωθυπουργοί από όλο το ιδεολογικό φάσμα –Παπανδρέου, Σαμαράς, Τσίπρας, Μητσοτάκης– πίστεψαν και εργάσθηκαν για την οικοδόμηση και εμβάθυνση της συνεργασίας.

Αντιστοίχως, όποιος και εάν αναλάβει τελικά πρωθυπουργός στο Ισραήλ, ο άξονας Ιερουσαλήμ - Αθήνας θα παραμείνει στέρεος και θα συνεχίσει να αποτελεί ένα κομμάτι του περιφερειακού σκηνικού το οποίο δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ