ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΕΦΗ ΛΑΓΙΟΥ-ΛΙΓΝΟΥ, ΛΗΔΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ, ΑΝΘΙΑ ΝΑΥΡΙΔΗ
«Ψυχαναλυτικές παρεμβάσεις με μικρά παιδιά Στην οικογένεια και στην τάξη»
εκδ. Αρμός, σελ. 140

Ο Σεπτέμβριος είναι πάντα ένας δύσκολος μήνας. Είναι ένας μήνας προσαρμογής, καινούργιων ξεκινημάτων, εκκίνησης του σχολικού χρόνου. Οι οικογένειες πάντα αντιμετωπίζουν διάφορων ειδών δυσκολίες με τα μικρά και τα μεγαλύτερα παιδιά τους. Εδώ όμως θα σκεφτούμε αυτήν τη λίγο παραμελημένη πρώιμη παιδική ηλικία, εκείνα τα παιδιά που θα εισαχθούν στους βρεφονηπιακούς σταθμούς και στα νηπιαγωγεία. Παλιότερα κυριαρχούσε η αντίληψη ότι οι παιδικοί σταθμοί ήταν απλώς ένας χώρος φύλαξης για τα παιδιά επειδή η μητέρα εργάζεται ή δεν μπορεί να τα κρατήσει. Πέρασαν πολλά χρόνια για να συνειδητοποιήσει η κοινωνία πόσο σημαντικά είναι αυτά τα πρώτα χρόνια για τη ζωή ενός παιδιού είτε μέσα στην οικογένεια, από τη στιγμή της γέννησής του, είτε στους βρεφικούς και νηπιακούς σταθμούς.

Η ψυχανάλυση ήρθε να αναδείξει ότι αυτά τα πρώτα πέντε χρόνια της ζωής ενός παιδιού είναι τα πιο σημαντικά ολόκληρης της ζωής του. Οι γνώσεις λοιπόν που χρειάζονται για αυτό το διάστημα όσο και η ψυχική διαθεσιμότητα του γονιού-φροντιστή είναι πάρα πολύ σημαντικές παράμετροι για την ανατροφή του. Εκεί στηρίζεται και το βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρμός με τίτλο «Ψυχαναλυτικές παρεμβάσεις με μικρά παιδιά». Οι συγγραφείς του βιβλίου με αξιόλογο έργο στον χώρο της ψυχαναλυτικής παρέμβασης βρεφών και νηπίων Εφη Λάγιου-Λιγνού και οι νεότερες Λήδα Αναγνωστάκη και Ανθια Ναυρίδη καταθέτουν μέσα από την εμπειρία τους κλινικά παραδείγματα αλλά και θεωρητικές προσεγγίσεις για το πώς προσεγγίζονται τα μικρά παιδιά μέσα στην οικογένεια και στο σχολείο.


Οι συγγραφείς του βιβλίου έχουν να επιδείξουν αξιόλογο έργο στον χώρο της ψυχαναλυτικής παρέμβασης βρεφών και νηπίων.

Ολο το υλικό συγκεντρώθηκε μέσα από τις εμπειρίες των συγγραφέων από το πρόγραμμα Πρώιμης Παρέμβασης που έλαβε χώρα στο Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία». Εκεί εφαρμόστηκε είτε στην ομάδα είτε μέσα στις οικογένειες που επισκέπτονταν το νοσοκομείο. Οι γονείς ζητούσαν βοήθεια από το πρόγραμμα γιατί συνήθως αντιμετώπιζαν κάποια δυσεπίλυτα προβλήματα συμπεριφοράς με τα μικρά παιδιά τους. Μέσα από την παρατήρηση της οικογένειας ή της μητέρας, την παρατήρηση του παιδιού μέσα από το παιχνίδι και την ακρόαση του συνειδητού και του ασυνείδητου λόγου που ερχόταν να συναντηθεί με τη θεραπεύτρια κατόρθωναν να εντοπίσουν ή να αναδείξουν τι έλειπε από τη σκέψη των γονέων για την ψυχική εγγύτητα με το παιδί τους. Πολύ συχνά ο χρόνος δεν είναι επαρκής για μια πιο βαθιά ή ολοκληρωμένη θεραπεία σε τέτοιας μορφής παρεμβάσεις. Οι άνθρωποι αναζητούν λόγω αντικειμενικών συνθηκών ή προσωπικών δυσκολιών μια γρήγορη λύση, γι’ αυτό πολλές φορές το έργο της θεραπείας γίνεται πιο απαιτητικό και εστιασμένο.

Και στο σχολείο

Το παιδί δεν φέρνει τα αγχογόνα συναισθήματά του μόνο μέσα στη σχέση με τους γονείς. Πολύ συχνά αυτά έρχονται να συναντηθούν με διάφορους τρόπους με τους παιδαγωγούς. Γι’ αυτό χρειάζεται ένας παιδαγωγός να είναι ψυχικά ενεργός, να ζητά όπου χρειαστεί βοήθεια από τους ειδικούς για να μπορέσει να σκέφτεται με διαφορετικούς τρόπους πάνω στο παιδί που φιλοξενεί στην τάξη του. Είναι πολύ συχνό και οι γονείς και οι παιδαγωγοί να παρερμηνεύουν την ψυχική κατάσταση του παιδιού βάσει των δικών τους αισθημάτων, προβολών ή φαντασιώσεων. Καμιά φορά το παιδί αντιδρά με τρόπο αντικοινωνικό ή αποσυρμένο γιατί δεν βρίσκει χώρο προκειμένου να εντάξει όσα το βασανίζουν. Οταν εννοούμε χώρο, δεν εννοούμε μόνο τον χώρο του σπιτιού ή του σχολείου, αλλά κυρίως τον ψυχικό χώρο του γονιού και του δασκάλου, έναν «χώρο» που επιτρέπει ή όχι στα δύο μέρη να συναντηθούν.

Πολλές φορές ένας τρίτος, και ιδίως ένας εξειδικευμένος τρίτος, βλέπει κάτι που διαμείβεται μέσα στην οικογένεια που δεν το βλέπουν τα ίδια τα μέλη. Και η εγγύτητα αλλά και η παθολογία θολώνουν πάντα τα νερά. Το παιδί έρχεται να εκδραματίσει, όχι μέσω του λόγου ή της άμυνας, όπως συνήθως κάνουν οι ενήλικοι, αλλά μέσω μιας επιθετικής συμπεριφοράς ή μιας άρνησης συναισθήματα που αποκαλύπτουν πολύ περισσότερα από όσα φανταζόμαστε. Η λαϊκή παροιμία που διαμηνύει ότι στους «δύο τρίτος δεν χωρεί», έρχεται να ανατραπεί από την πρώιμη παρέμβαση σε μικρά παιδιά.  Πολλές φορές, όταν η δυαδικότητα δεν λειτουργεί και δεν απαρτιώνεται, χρειάζεται ο τρίτος είτε στη μορφή του θεραπευτή είτε του παιδαγωγού για να βοηθήσει το παιδί να προχωρήσει και να κάνει διαφορετικές ψυχικές συνδέσεις, διαφορετικές από όσες είχε μάθει μέχρι εκείνη τη στιγμή με τη μητέρα του. Αλλά και η μητέρα πολλές φορές χρειάζεται αυτόν τον «τρίτο» για να ακουμπήσει τα άγχη και τις αγωνίες της για όσα αισθάνεται ότι δεν κατάφερε στη σχέση της με το παιδί της.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ