Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ιωάννης Αγγελής: Εγκλημα και αυτοκάθαρση

Το επαναλαμβάνουν μονότονα τις τελευταίες ημέρες όσοι έχουν σχετική κατάρτιση. Το επαναλαμβάνουν, αλλά η επισήμανση δεν είναι πολύ εύπεπτη: Υπάρχει ένα λεπτό αλλά απαραβίαστο σύνορο που χωρίζει την πολιτική «καταδίκη» από την καταδίκη χωρίς εισαγωγικά. Ακόμη κι αν βγει ένας υπουργός μπροστά στις κάμερες και ομολογήσει –ακόμη κι αν πει ότι διάβασε μια δικογραφία που το Σύνταγμα δεν προορίζει για τα δικά του μάτια– η ομολογία αυτή δεν είναι ποινικώς αξιόλογη.

Ολες οι προανακριτικές επιτροπές έχουν αποτύχει ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο: Επειδή η πολιτική κουλτούρα δεν επιτρέπει στους βουλευτές να γυρίσουν τον διακόπτη και να λειτουργήσουν ξαφνικά με δικονομική «στεγνότητα» ως ανακριτές. Ακόμη κι αν το επισπεύδον κόμμα κάνει σωστό κάστινγκ, είναι απίθανο η αντιπολίτευση να χάσει την ευκαιρία να μετατρέψει τη διαδικασία σε πολιτικό θέατρο – κι ας διεξάγεται χωρίς κάμερες.

Φαίνεται ότι αυτό το ενδεχόμενο, ενός μακρού πολιτικού μελοδράματος, θέλει να αποφύγει το Μαξίμου στην περίπτωση της Novartis. Το τίμημα για να το πετύχει είναι να υιοθετήσει τη συριζαϊκή παρανάγνωση του Συντάγματος – την εκδοχή της τέλεσης του αδικήματος «επ’ ευκαιρία» της άσκησης των υπουργικών καθηκόντων. Μόνο έτσι θα μπορέσει να κλείσει γρήγορα την προανακριτική και να στείλει άρον άρον την υπόθεση στη δικαιοσύνη. Ο,τι κι αν αποφασίσει η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η Novartis έχει πλέον για τη δικαιοσύνη περιωπή «οικογενειακής» κρίσης. Τα χωρία των καταγγελιών του Ιωάννη Αγγελή που έχουν διαρρεύσει αρκούν για να φανεί η ιδιαιτερότητα του σκανδάλου: Ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου καταγγέλλει έναν υπουργό – βετεράνο εισαγγελέα, τον οποίο έχουν καταγγείλει άλλες δύο εισαγγελείς –Τσατάνη και Ράικου– για όμοιες απόπειρες επιβολής. Ακόμη και ο καταγγέλλων ήταν αρχικώς επιλογή εκείνων που κατέληξε να καταγγέλλει.

Ο μεταφορικός λόγος που περιγράφει το σκάνδαλο σαν να ήταν σεξουαλικό έγκλημα –σαν βιασμό ή ασέλγεια– βάζει στη θέση του θύματος τους θεσμούς. «Θεσμοί» εδώ όμως είναι οι δικαστικοί λειτουργοί – όχι μόνο οι λίγοι που υπέστησαν άμεσα τη ρασπουτινική βία, αλλά και όσοι είδαν τα τελευταία χρόνια το λειτούργημά τους να περνάει τη μεγαλύτερη δοκιμασία από την περιπέτεια του Παραδικαστικού.

Στη δημόσια σφαίρα η υπόθεση παριστάνεται σχεδόν αποκλειστικά ως πολιτική αντιπαράθεση. Ομως εξίσου σημαντική είναι η ενδοδικαστική πτυχή της. Τα δικαστικά χέρια που θα την αναλάβουν δεν πρέπει μόνο, όπως πάντα, να δείξουν ότι αντέχουν σε υψηλές εξωτερικές θερμοκρασίες. Πρέπει να δείξουν ότι μπορούν με συντεχνιακή τύφλωση να φέρουν σε πέρας μια μεγάλη αυτοκάθαρση.

Αλέξης Πολίτης: Οι λέξεις και τα πράγματα

Αν θέλεις να μάθεις για τη ζωή, πήγαινε μια βόλτα στα νεκροταφεία. Το βιβλίο που πήρε προχθές το κρατικό βραβείο δοκιμίου είναι μια τέτοια διαφωτιστική έρευνα στο νεκροταφείο της λογοτεχνίας που γραφόταν και διαβαζόταν στα πρώτα χρόνια του νεοελληνικού κράτους (Η Ρομαντική Λογοτεχνία στο Εθνικό Κράτος – 1830-1880, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης).

Επη και ειδύλλια, ανδραγαθίες κι αυτοκτονίες, ήρωες τουρκοφάγοι και ήρωες ερωτόπληκτοι: Τα περισσότερα από τα έργα που αναψηλαφεί ο Αλέξης Πολίτης είναι έργα λησμονημένα, γραμμένα από ξεχασμένους ποιητές σε μια σχεδόν νεκρή γλώσσα. Μια γλώσσα πλαστή, προσαρμοσμένη στις ψυχοπολιτικές ανάγκες του νεαρού έθνους που έπρεπε να μετρηθεί με τον μεγάλο ίσκιο του παρόντος –την Ευρώπη που προπορευόταν– και τον ακόμη βαρύτερο ίσκιο του ένδοξου παρελθόντος – την αρχαία κληρονομία.

Από την παραζάλη μέσα στους δίδυμους ίσκιους προέκυψε η καθαρεύουσα – το χαλκευμένο πιστοποιητικό της συνέχειας με τους προγόνους και, άρα, της ισοτιμίας με τους σύγχρονους Eυρωπαίους. Προέκυψε μια λογοτεχνία που δεν πρόφταινε να σπαταληθεί στα θέματα του καθημερινού βίου. Τη βάραιναν τα υψηλά θέματα –πατρίς, έρως, θάνατος– και τα συναισθηματικά «παραμπουκώματα» –σύμφωνα με τον όρο ενός λοξού πνεύματος της εποχής.

Η αρχαΐζουσα –καθαρισμένη από τις «εκφυλλοφορητέες» ξένες λέξεις– ήταν το όργανο. Οργανο πρόσφορο για να υπηρετήσει τη Μεγάλη Ιδέα και να ξορκίσει το φάντασμα του Φαλμεράιερ.

Ομως, διαβάζοντας κανείς τους στίχους που συλλέγει από αυτά τα πενήντα χρόνια ο Πολίτης, συνειδητοποιεί ότι η «μεγαλοϊδεΐτις» γλώσσα κατέληξε να (ανα)παράγει, αντί απλώς να υπηρετεί, τη νεογέννητη εθνική ιδεολογία. Οπως το έλεγε, για μια άλλη εποχή, ο Βίκτορ Κλέμπερερ: η πεποιημένη γλώσσα καταλήγει να γράφει και να σκέφτεται για λογαριασμό σου. Οι λογοτέχνες του πρώιμου ελλαδικού κράτους απέβησαν έτσι όργανα της γλώσσας τους.

Η μελέτη του Πολίτη θα είχε μόνο φιλολογικό ενδιαφέρον· θα ανέσυρε μόνο τα λείψανα ενός προ πολλού θαμμένου εθνορομαντισμού. Κάποιες, όμως, από τις ιδεολογικές κατασκευές που εξέφραζε η λογοτεχνία της εποχής είναι ακόμη ενεργές. Εξακολουθούν και σήμερα να παράγουν εθνικιστικό κιτς, όχι, ευτυχώς, στην πεζογραφία και στην ποίηση, αλλά στον δημόσιο λόγο·στα σχήματα προτηγανισμένου λυρισμού που χρησιμοποιούνται στα media και στην πολιτική επικοινωνία.

Ετσι, το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί ως γεωλογία του ψυχικού φλοιού του έθνους. Αλλά και ως βοήθημα επετείου: Σαν αντι-οδηγός για το πώς (δεν) πρέπει να εορταστεί η παλιγγενεσία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ