ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ
Ανώνυμη αρχιτεκτονική (Μια άρρητη παρουσία)
εκδ. ΠΙΟΠ, σελ. 244

Με το νέο του βιβλίο «Ανώνυμη Αρχιτεκτονική» (μια άρρητη παρουσία), ο Δημήτρης Φιλιππίδης μοιάζει να οργανώνει, να ανακεφαλαιώνει και να προεκτείνει το ερευνητικό του βλέμμα πάνω σε ό,τι επί δεκαετίες υπερασπίζεται. Το νέο βιβλίο, πλούσια εικονογραφημένο με φωτογραφίες του ιδίου και αρχειακό υλικό, είναι έκδοση του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς (ΠΙΟΠ) και είναι το σώμα μιας ανάγκης: «να κοιτάξει αντίστροφα το σύνολο της ελληνικής αρχιτεκτονικής, από κάτω προς τα επάνω, αναποδογυρίζοντας τον φαινομενικά αυτονόητο τρόπο εποπτείας που έχει επιβάλει η επίσημη ιστοριογραφία της». Αυτή η πυκνή φράση από την εισαγωγή του Δημήτρη Φιλιππίδη, συνοψίζει παράλληλα και το δικό του πνεύμα, καθώς υπήρξε ο πρώτος που κατέθεσε μια ρηξικέλευθη άποψη για το πώς πρέπει να γράφεται το χρονικό της ελληνικής αρχιτεκτονικής παραγωγής.

Η «Ανώνυμη Αρχιτεκτονική» ίσως εκπλήξει όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με την αφετηρία της ματιάς του. Χωρίς αμφιβολία, όμως, θα παρασύρει πολλούς σε χιαστί και απρόβλεπτες προσεγγίσεις στο χτιστό περιβάλλον και ενδεχομένως, να διασκεδάσει κάποιους με την ελευθεριάζουσα άποψη για το τι εστί σημαντικό. Εκεί, ενδεχομένως, εδράζεται η κάποτε «αιρετική» ερμηνεία που πρόσφερε ο Δημήτρης Φιλιππίδης στη μελέτη και κατανόηση των κτισμάτων (από μία στάνη, μια αυθαίρετη κατοικία και ένα πρόχειρο στέγαστρο ώς ένα δημόσιο κτίριο εγνωσμένης αξίας ή μία έπαυλη του μοντερνισμού). Η μελέτη της λεγόμενης ανώνυμης αρχιτεκτονικής απασχολούσε τον Δημήτρη Φιλιππίδη από τα νεανικά του χρόνια και υπάρχουν σχετικές δημοσιεύσεις ήδη από τη δεκαετία του ’70. Πνεύμα ελεύθερο, αντι-ακαδημαϊκό, ερευνητικό και επί της ουσίας ανήσυχο, ο Δημήτρης Φιλιππίδης μας δίνει τώρα την «Ανώνυμη Αρχιτεκτονική» ως μια σύνοψη αλλά και προέκταση της βασικής κοσμοθεωρίας του, με στέρεη φιλοσοφική και κοινωνιολογική βάση.

Ο Δημήτρης Φιλιππίδης μιλάει επί της ουσίας για την οργάνωση μιας άλλης κατανόησης του κόσμου, του δομημένου αλλά όχι μόνο ή έστω όχι σε αναγκαστική αποκλειστικότητα. Εχοντας προ πολλών ετών καταλύσει τα τεχνητά όρια της ακαδημαϊκής σχολής περί επώνυμης και ανώνυμης αρχιτεκτονικής,  εστιάζει στην ανάγκη να κατανοήσει όσα βλέπει. Η έρευνά του επί δεκαετίες στο σύνολο του ελλαδικού χώρου του έχει δώσει υλικό τέτοιο που του επιτρέπει να προχωρήσει σε ερμηνείες της πηγαίας αρχιτεκτονικής, της εφήμερης, της αυθαίρετης, της αντικειμενικά ακαλαίσθητης ή βέβηλης. Προσεγγίζει την αρχιτεκτονική της ανάγκης, της οικονομίας των μέσων, την αρχιτεκτονική της στέρησης, όπως λέει, και εξυφαίνει νέα αφήγηση όχι μόνο για έναν ολόκληρο κόσμο που δεν έχει ιστοριογραφηθεί αλλά και για όσα «άρρητα» μετεωρίζονται, ψιθυρίζονται, εκπίπτουν. Ερχεται όχι ως τιμητής κάποιων αποσυνάγωγων κτισμάτων (που όμως αντανακλούν μία κουλτούρα διαβίωσης) αλλά ως ένας ερευνητικός νους που επιθυμεί να ξεπεράσει τις άβολες τομές: αστικό/λαϊκό, λόγιο/παραδοσιακό, τουρκοκρατία/ελληνικό κράτος, ασχήμια/κάλλος, νεωτερικότητα/μορφοκρατία, κ.ο.κ. Σε όλα όσα έχει συλλέξει, κτίσματα με γλυκύτητα και τραχύτητα, με σοφία και αμετροέπεια, συναιρεί το τραγούδι ενός κόσμου που γεννήθηκε και υπάρχει από ανάγκη, από επιθυμία, από έλλειψη, από αλαζονεία και από επιμονή. Αυτό που άρχισε με τη βίβλο «Νεοελληνική Αρχιτεκτονική» και συνεχίστηκε με τη «Μοντέρνα Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα», συμπληρώνεται τώρα ως μια άτυπη τριλογία. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ