ΠΟΛΗ

Το παράσπιτο της μικρής οδού Ερυθρών στην παλιά, αστική Αθήνα

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ο οικίσκος στη μικρή οδό Ερυθρών 8Α, ανάμεσα στη Μιχαήλ Βόδα και στην Αλκαμένους. ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Συνάντησα έναν κύριο, στην οδό Αλκαμένους, την ώρα που ήμουν πλήρως απορροφημένος από όσα ήθελα να φωτογραφίσω. Δεν είχε πολλούς διαβάτες εκείνη την ώρα, είχα προσπεράσει πολλούς, οι περισσότεροι μετανάστες. Στην οδό Εξηκίου είχα δει έναν καλοσυνάτο άνθρωπο να σπρώχνει ένα καρότσι γεμάτο άχρηστα και πεταμένα πράγματα, και έτσι όπως τον είδα ήταν σαν μια σκηνή από τη Βίβλο, αν αντί για την τροχοφόρο καρότσα έσερνε μια βοϊδάμαξα. Γεμάτος εικόνες και σκέψεις, είδα ύστερα από λίγο αυτόν τον κύριο, με καπέλο και ξεθωριασμένα γαλανά μάτια.

Με είδε με τη φωτογραφική μηχανή, κοντοστάθηκε. Τον είδα, αυτόν τον παλιό κάτοικο, και κοντοστάθηκα κι εγώ. Πριν μου μιλήσει, γεμάτος περιέργεια για τα ασύντακτα βήματά μου στην παλιά γειτονιά, είχα καταλάβει ότι ήταν γέννημα-θρέμμα – εκεί στη Μιχαήλ Βόδα και στα πέριξ. Ηταν ο βηματισμός του; Η γλώσσα του σώματος; Η βιωμένη ματιά που σου δίνει ο αέρας της μικρής πατρίδας; Σε λίγα λεπτά τον ρωτούσα ποιοι δρόμοι είχαν άσφαλτο στην Κατοχή, όταν εκείνος και η παρέα του έπαιζαν με τους άδειους κάλυκες στη γειτονιά. Πώς ήταν τα σπίτια; Αν περνούσαν αυτοκίνητα... Ηταν 87 ετών.

Εκείνος μου είπε και για τα γλέντια στην ταβέρνα του Κουτσουρόπουλου, όπου σύχναζαν ηθοποιοί, ανάμεσά τους και ο Πέτρος Κυριακός, η δόξα της οπερέτας και της επιθεώρησης... για τις ταράτσες των μονώροφων σπιτιών όπου όλη η γειτονιά κοιμόταν τα καλοκαίρια, με τα απλωμένα σεντόνια, παραβάν, για να χωρίζουν αγόρια και κορίτσια... Εχε γεια και η ώρα η καλή, μου είπε και χάθηκε κι έμεινα να αναρωτιέμαι αν η συνάντησή μας ήταν αληθινή. Ηταν σαν ένας άγγελος.

Ζαλισμένος από τις σκέψεις, και ικανοποιημένος από την παράλληλη εκτύλιξη πραγματικότητας και φαντασίας, έστριψα χωρίς να το πολυσκεφτώ στην οδό Ερυθρών. Είναι ένας μικρός δρόμος που συνεχίζει (όχι σε απόλυτη ευθεία, όπως και άλλοι δρόμοι της περιοχής) κάτω ώς την Αριστομένους. Μου άρεσε η μικρασιατική ονομασία (όπως και άλλων δρόμων της περιοχής) και το γεγονός ότι ήταν μια οδός σχεδόν κρυμμένη, έτσι μικρή και στενή, σαν να μην ήθελε ούτε πολυκοσμία ούτε βαβούρα. Παρ’ όλα αυτά τα είχε όλα, και πολυκατοικίες, και παλιά σπίτια, και χάσμα από κατεδάφιση. Η στενότητα του δρόμου και η σκιά που έφερνε η ψηλόκορμη ακακία, με τους κλώνους της να διακλαδίζονται μέχρι πάνω, έδινε στη μικρή οδό Ερυθρών έναν αέρα σχεδόν απόκοσμο. Ηταν το φως, χλωμό αλλά στιλπνό – να έπαιζε και εδώ ως παιδί ο κύριος που μόλις είχα αφήσει; Το βλέμμα μου χάιδευε την ακακία, που ίσως να ήταν και ψευδοακακία (αυτή που βγάζει τα λευκά ανθάκια), ένα δέντρο ιδιαίτερα αγαπητό, τόσο αθηναϊκό και ας είναι μακρινή η καταγωγή του... Κοιτούσα το μεγάλο δέντρο που θρόιζε και το βλέμμα χαμήλωσε στο μικρό σπίτι που σκίαζε. Ηταν ένας οικίσκος, όπως έλεγαν παλιά, ένας κύβος βουτηγμένος σε νερωμένη ώχρα, ένα απλό κτίσμα, συνοδευτικό της παράπλευρης πολυκατοικίας, ή έστω, έτσι μου φάνηκε. Και ήταν η απλότητά του τέτοια, η θέση του δίπλα στο θεόρατο δέντρο, η άσημη ζωή του και η αδιάφορη εμφάνισή του, που μεγάλωσαν μέσα μου τα αισθήματα συμπάθειας προς αυτό. Ηταν ένα παράσπιτο που ξαφνικά γιγαντωνόταν και –ανεξήγητο πώς– γέμισε το βλέμμα μου.

Μου έφερε στον νου ήρωες διηγημάτων του Καρκαβίτσα ή του Μυριβήλη, τους αποσυνάγωγους του Παπαδιαμάντη. Ομως, στην καγκελωτή αυλόπορτα, ένα γραμματοκιβώτιο μου τράβηξε την προσοχή. Ισως το κλειδί του να ήταν χωμένο σε μια τσέπη, σε ένα συρτάρι. Κοίταξα το παράσπιτο για μια τελευταία φορά και χαμογέλασα, γιατί ενώ είχα δει τόσα σπίτια εκεί γύρω, σπίτια αρχοντικά και περικαλλή, αυτό εδώ το μικρό και άσημο σπιτάκι μού ψιθύρισε ένα σιγανό τραγούδι.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη