Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Κυριάκος Μητσοτάκης: Εκατό μέρες, τρία όρια

Στις σχεδόν εκατό ημέρες που κυβερνά ο Μητσοτάκης, η πιο εύκολη από τις περιπόθητες «εύκολες νίκες» του ήταν η ήττα που προκάλεσε προχθές ο Τσίπρας στον εαυτό του.

Με το αυτογκόλ της περιχαράκωσής του σε μια μη υπερασπίσιμη υποτίμηση της ψήφου των εκλογέων του εξωτερικού, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης χάρισε στον πρωθυπουργό την ευκαιρία να μονοπωλήσει το κέντρο του πολιτικού συστήματος. Του χάρισε τη δυνατότητα να εμφανιστεί στην εκκίνηση της θεσμικής «τετραλογίας» –ψήφος αποδήμων, εκλογικός νόμος, συνταγματική αναθεώρηση, προεδρική εκλογή– ικανός για συναινέσεις με όλους. Με όλους, πλην του ΣΥΡΙΖΑ, που αυτοεξορίστηκε επέκεινα του συναινετικού τόξου.

Στην τροπή που πήρε το ζήτημα, θα μπορούσε κανείς να δει ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται από την 7η Ιουλίου συστηματικά: Αρκεί για τη Νέα Δημοκρατία να παίρνει την ασφαλή θέση του αυτονόητου, προκειμένου να εξωθηθεί μόνος ο ΣΥΡΙΖΑ στο περιθώριο. Το ίδιο συνέβη στο θέμα του πανεπιστημιακού ασύλου, στο θέμα της ασφάλειας και στο προσφυγικό.

Ακόμη και η εικόνα της Βουλής στη συζήτηση για την Προανακριτική έμοιαζε να υποδηλώνει ότι η κυβέρνηση δεν χρειάζεται καν να εμφανιστεί. Ο ζαλισμένος της αντίπαλος τα καταφέρνει να αυτοτραυματίζεται.

Αυτή είναι μάλλον η μισή αλήθεια του μητσοτακικού τριμήνου του μέλιτος. Η άλλη μισή είναι ότι έχουν αρχίσει ήδη να διαφαίνονται τα όρια της πολιτικής κυριαρχίας.

Ας πούμε, οι ψήφοι εκτός γραμμής κατά της Προανακριτικής μπορεί να ήταν λίγες· έδειξαν, όμως, ότι υπάρχουν στο κυβερνών κόμμα κάποιοι διατεθειμένοι να τρολάρουν τον Μητσοτάκη ακόμη και τη στιγμή της παντοδυναμίας του.

Το δεύτερο, και πιο σοβαρό, όριο είναι ότι η άμπωτη του αμερικανικού αιώνα αφήνει ακάλυπτες τις ελληνικές ακτές. Οι τελευταίες δύο εβδομάδες –και ιδίως το κοντράστ που προκάλεσε το τηλεφώνημα Τραμπ - Ερντογάν μετά την επίσκεψη Πομπέο– έδειξαν ότι οι προκλήσεις γι’ αυτή την κυβέρνηση δεν θα είναι οι ΚΥΑ για το Ελληνικό και ο ρυθμός των φοροελαφρύνσεων. Μπορεί να μην έχει να εφαρμόσει μνημόνιο, αλλά το ιστορικό έδαφος στο οποίο πατάει είναι, για λόγους που την υπερβαίνουν, γυάλινο.

Το τρίτο όριο είναι μάλλον το πιο δυσδιάκριτο. Την Πέμπτη, ο Μητσοτάκης από το ίδιο βήμα ανέλυσε την επικράτησή του επί του λαϊκισμού· και την επόμενη στιγμή εξήγγειλε ένα μέτρο που ο ίδιος κατήγγελλε ως λαϊκισμό όταν ήταν στην αντιπολίτευση: τη διάθεση υπερπλεονάσματος σε εφάπαξ «φιλοδωρήματα».

Αυτή η γλυκιά ανακολουθία δεν πρόκειται, βέβαια, να του κοστίσει πολιτικά. Το αντίθετο. Δείχνει όμως τον κίνδυνο, τώρα που του είναι όλα εύκολα, να σπαταλήσει τον χρόνο του στα εύκολα.

Νίκος Βούτσης: Αναζητώντας τις «βάσεις»

Τι είναι πιο παράξενο; Οτι ο Νίκος Βούτσης ομολογεί πως ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν απροετοίμαστος για να κυβερνήσει; Ή ότι, ύστερα απ’ όσα μεσολάβησαν, επιμένει πως «προγραμματικά» το κόμμα ήταν προετοιμασμένο;

Οι αντιδράσεις είναι εστιασμένες στην επιφάνεια. Το πιο ενδιαφέρον στον απολογισμό του Βούτση είναι το σκεπτικό, που δεν διόρθωσε ούτε με τη «διορθωτική» του δήλωση: το πού ακριβώς εντοπίζει ο ίδιος την έλλειψη προετοιμασίας. Είχαμε, λέει, πρόγραμμα – εκείνο που σκίστηκε έξι μήνες μετά την εκλογική νίκη. Είχαμε και στελέχη, νέους συντρόφους «με πτυχία» – Λαφαζάνηδες, που εξοστρακίστηκαν, Καρανίκες, που ενσωματώθηκαν, Πολάκηδες, που ακόμη προτάσσονται στην εμπροσθοφυλακή. Τι έλειπε; Ελειπαν, είπε ο Βούτσης, «οργανώσεις βάσης» στα υπουργεία.

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε στη διακυβέρνηση, δεν έφταιγε η εξωπραγματική του κοσμοαντίληψη – η ομολογημένη του αυταπάτη που, εκτός των άλλων, τον εμπόδισε από το να καταρτίσει πλάνο συμβατό με την ευρωπαϊκή και την οικονομική πραγματικότητα. Εφταιξε το γεγονός ότι δεν είχε ήδη προεγκατεστημένους εξουσιαστικούς μηχανισμούς εντός του κράτους.

Ιδιας κατεύθυνσης απολογισμό έκανε και ο Τσίπρας την Τρίτη στη Βουλή. «Αν σε κάτι αποτύχαμε», είπε, «και μας έκρινε ο ελληνικός λαός αυστηρά, δεν ήταν γιατί ελέγξαμε τη Δικαιοσύνη, αλλά αντιθέτως γιατί δεν καταφέραμε να πολεμήσουμε όσο αποτελεσματικά θα έπρεπε τα βαθιά κυκλώματα στο εσωτερικό των θεσμών». Το πρόβλημα για τον Τσίπρα δεν ήταν ο ρασπουτινισμός. Ηταν ο λίγος ρασπουτινισμός. Αν σε κάτι νιώθει ότι απέτυχε, ήταν που δεν είχε περισσότερους και περισσότερο δραστικούς Παπαγγελόπουλους.

Σχηματίζεται έτσι καθαρά η ιδέα που –ανεξαρτήτως εσωκομματικών αποχρώσεων– έχει ο ΣΥΡΙΖΑ για τον εαυτό του. Το κόμμα θεωρεί ότι έχασε μόνον επειδή δεν είχε πείρα στις τεχνικές της εξουσίας. Κι αυτό, παρότι κυβερνώντας, αφιέρωσε σχεδόν όλη του την ενέργεια στο power game – στην προσπάθεια να εγκαταστήσει όσο το δυνατόν πιο σταθερές «βάσεις» ισχύος στα μέσα ενημέρωσης, στα επιχειρηματικά συμφέροντα, στο βαθύ και αβαθές κράτος. Χρησιμοποίησε την εξουσία για την εξουσία, αλλά δεν είναι ευχαριστημένος από τις επιδόσεις του.

Η αυτοδιάγνωση αυτή προδιαγράφει και το είδος του «μετασχηματισμού» που θα επιχειρήσει ο ΣΥΡΙΖΑ. Καλύτερη προετοιμασία για την αξιωματική αντιπολίτευση δεν σημαίνει προγραμματική ανασύνταξη. Οι θέσεις της εκλαμβάνονται θεολογικά ως άχρονες αλήθειες, στις οποίες αισθάνεται δικαιωμένη. Ο ΣΥΡΙΖΑ  –ο όλος ΣΥΡΙΖΑ– νομίζει ότι ήταν σωστός εκεί που αποδείχθηκε περισσότερο λάθος. Και αθώος εκεί που αποδείχθηκε περισσότερο κυνικός.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ