Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Ντόναλντ Τραμπ: Μετά τη λογική

Στην αρχή σε όλα υπήρχε εξήγηση. Σε όλα έπρεπε να βλέπουμε μια λογική. Ο Τραμπ καταπατούσε κάθε νόρμα στον δημόσιο λόγο, όχι επειδή δεν μπορούσε να διακρίνει τα όρια, αλλά επειδή τον συνέφερε να τα αψηφά. Ο Τραμπ έκανε πολιτική στο τουίτερ, όχι επειδή δεν ήξερε πού γίνεται η πολιτική, αλλά επειδή ήξερε ότι εκεί θα συναντούσε το κοινό του. Ομοίως και στη Συρία: Ο Τραμπ απέσυρε τις αμερικανικές δυνάμεις όχι επειδή δεν καταλάβαινε ότι στο κενό θα εμφιλοχωρούσε η Ρωσία, αλλά επειδή αξιολογούσε ως υπέρτερη την απεμπλοκή των ΗΠΑ από «ξένες» συγκρούσεις σε χώρες εξωτικές για τον μέσο Αμερικανό.

Τις τελευταίες εβδομάδες αποδεικνύεται ότι όλες αυτές οι ερμηνείες ήταν απόπειρες εκ των υστέρων εξορθολογισμού. Ηταν προσπάθειες να απονεμηθεί νόημα σε μια συμπεριφορά που δεν ήταν τίποτε περισσότερο από αυτό που φαινόταν: Πηγαία, ακατάσχετη, ωμή ασυναρτησία.

Μπορεί κανείς ακόμη να εξηγεί τον Τραμπ με τρόπους που δεν είναι στενά πολιτικοί. Μπορεί, ας πούμε, να ετυμολογήσει το ύφος της περιβόητης επιστολής του στον Ερντογάν – «φίλε, μην είσαι κουτός, κάτσε καλά, γιατί θα σε λιανίσω». Το ύφος κατάγεται, λένε, από τα «συναλλακτικά ήθη» της μαφίας της Νέας Υόρκης, στα οποία ο Τραμπ γαλουχήθηκε από τον Ρόι Κον – τον διαβόητο δικηγόρο του που ήταν φίξερ για τις φαμίλιες, αλλά και κρυφοσύμβουλος για παράγοντες όπως ο Νίξον και ο Μέρντοχ.

Αυτές οι αναλύσεις, όμως, ικανοποιούν μόνο την ανάγκη να αισθάνεται κανείς ότι αυτό που συμβαίνει είναι αποτέλεσμα ενός κώδικα – μιας μεθόδου, έστω και διεστραμμένης. Δεν είναι όμως. Ο κόσμος του Τραμπ είναι ο κόσμος του «ό,τι να ’ναι». Ο κόσμος που καταστρώνεται με ένα τουίτ και ξηλώνεται στο επόμενο τουίτ χωρίς αιτία.

Ναι, θα ήταν καλύτερα να υπήρχε δόλος. Αυτό που παρακολουθούμε όμως είναι ένα διαρκές παραλήρημα, που θα επιδεινώνεται όσο πλησιάζουν οι εκλογές και όσο η έρευνα για την καθαίρεση του προέδρου αποδίδει καρπούς. Φαίνεται ήδη ότι η αποδυνάμωσή του διευρύνει ανάλογα την απόστασή του από την πραγματικότητα. Οσο πιο ανασφαλής αισθάνεται τόσο βυθίζεται σε ναρκισσιστική τύφλωση.

Λίγο πριν από το τελευταίο της τέταρτο, η θητεία του Τραμπ μοιάζει να επιβεβαιώνει τον κανόνα ότι η δημοκρατία, για να είναι δημοκρατία, πρέπει να αφήνει ανοιχτή τη δυνατότητα της αυτοκαταστροφής της.

Στον χρόνο που απομένει η Ελλάδα δεν έχει εναλλακτικές. Ακόμη κι αν ήθελε να κάνει –όπως έκανε– συμφωνία με τον διάβολο, ο διάβολος είναι ανίκανος για συμφωνία. Εχει το ακαταλόγιστο. Για την Ελλάδα υπάρχει μόνο η Ευρώπη. Αυτή η ανίσχυρη, αργή, αντιφατική Ευρώπη είναι η μόνη που μπορεί να δώσει στην Ελλάδα ένα κάποιο στρατηγικό βάθος.

Μιχάλης Χρυσοχοΐδης: Λάδι και τηγάνι

Ολα θα ήταν εύκολα. Εκατό μέρες λάδι. Η κυβέρνηση θα έκοβε μόνο φόρους και κορδέλες σε νέες επενδύσεις. Θα εκπλήρωνε τις προσδοκίες νοικοκυρέματος.

Ολα θα ήταν λάδι, αν το Ανατολικό Αιγαίο δεν γέμιζε πάλι με βάρκες. Στην αναζωπύρωση του προσφυγικού/ μεταναστευτικού η κυβέρνηση βρήκε το πρώτο πρόβλημα που ήδη της κοστίζει πολιτικά. Και μπορεί να της κοστίσει ακόμη περισσότερο το αμέσως επόμενο διάστημα, όταν, βάσει του σχεδίου της, αυτοί που φιλοξενούνται στα νησιά αρχίσουν να μετακινούνται σε όλη την επικράτεια.

Αν αφήσει κανείς στην άκρη τις επίμονες προσπάθειές της στο εξωτερικό, η κυβέρνηση δοκίμασε στο εσωτερικό να χειριστεί το πολιτικό της πρόβλημα με δημιουργική διγλωσσία: Από τη μία μιλούσαν για το θέμα κυρίως οι αναρμόδιοι υπουργοί που είναι, ωστόσο, «αρμόδιοι» να δίνουν φωνή στις αγωνίες των υπερσυντηρητικών ψηφοφόρων. Εκείνοι παρουσίαζαν την αντιμετώπιση του προβλήματος ως ζήτημα άμυνας και πυγμής.

Από την άλλη, μιλούσε ο πρωθυπουργός, που περιγράφει το πρόβλημα με όρους επιχειρησιακούς, ενσωματώνοντας στον λόγο του και τους σκοπούς της ανοχής και της ενσωμάτωσης των μεταναστών.

Το ελαφρώς οξύμωρο για την κυβέρνηση είναι ότι το θέμα που αγγίζει κατεξοχήν τη βάση της το χειρίζεται ένας υπουργός προερχόμενος από άλλον πολιτικό χώρο. Η απόσταση αυτή επιτρέπει σε ορισμένους συναδέλφους του να επιχειρούν να πλαισιώσουν μικροπολιτικά τις δυσκολίες στη διαχείριση ως δυσκολίες του Χρυσοχοΐδη. Ο ίδιος ανταποκρίνεται περισσότερο με σιωπή, λιγότερο με σκληρή γλώσσα –όπως για τους ταραξίες της Σάμου– και μασάζ στους νεοδημοκράτες βουλευτές.

Το σχέδιο της μεταφοράς 20.000 αιτούντων άσυλο στην ηπειρωτική χώρα ισοδυναμεί με κίνδυνο διασποράς του πολιτικού κόστους για την κυβέρνηση. Ακόμη κι αν πεισθούν οι τοπικές αρχές –οι οποίες έχουν να προσποριστούν παράπλευρα οφέλη– δεν είναι εύκολο να πεισθούν οι τοπικές κοινωνίες. Η πείρα έχει δείξει ότι οι αντιδράσεις είναι ανεξάρτητες από την επιχειρησιακή επάρκεια στη διαχείριση του προβλήματος: Μεγάλα ποσοστά δυσανεξίας στους ξένους καταγράφονται συχνότατα εκεί όπου δεν υπάρχουν καθόλου ξένοι.

Βοηθάει την κυβέρνηση το γεγονός ότι αυτό το παράδοξο καλείται να το επωμιστεί ένα πρόσωπο που δεν ταυτίζεται με το κυβερνών κόμμα; Ή μήπως αυτός ο συμβολισμός παραείναι λεπτός για να την προστατεύσει από τη δυσαρέσκεια;

Το βέβαιο είναι ότι η διπλή γλώσσα κινδυνεύει να καταλήξει σε βραχυκύκλωμα αντίπαλων μηνυμάτων. Κινδυνεύει να απωθήσει και τα δύο ακροατήρια που φιλοδοξεί να καλύψει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ