Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Από τις γειτονιές μια καλή αρχή

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Έχετε εξερευνήσει πρόσφατα την ιστορική συνοικία του Ψυρρή, στο κέντρο της Αθήνας; Εγώ είχα να το κάνω πάνω από δεκαπέντε χρόνια, από τότε που η συνοικία περνούσε μια φάση ραγδαίας ανάπτυξης, όταν άνοιγαν γκαλερί, μαγαζιά, μπαρ, ταβέρνες και εστιατόρια που σέρβιραν αστακομακαρονάδα, απάνω σε εκείνη την εποχή, της αστακομακαρονάδας. Θα θυμάστε ίσως από τότε τα πλήθη στους δρόμους, τα αναπάντεχα μαγαζάκια με πρωτοποριακό για την εποχή design, σφηνωμένα ανάμεσα στα πολυάριθμα ετοιμόρροπα διατηρητέα. Ήταν η ανάπτυξη των “Πακέτων” και των ΚΠΣ, η εποχή της χαράς και της μέθης, του Euro και των Ολυμπιακών Αγώνων. Τις προάλλες, πολλά χρόνια αργότερα και μετά από μια δεκαετία κρίσης -και τι κρίσης- διαπίστωσα με έκπληξη ότι η συνοικία του Ψυρρή δεν είναι πια έτσι. Είναι αγνώριστη.

Συγκεκριμένα, βλέποντάς την σήμερα και συγκρίνοντάς τη με την εικόνα που είχε το 2003 ή το 2004, όχι απλά δε μαντεύει κανείς ότι μεσολάβησε κρίση -και τι κρίση- αλλά, ίσα ίσα, θα υπέθετε ότι μεσολάβησε ανάπτυξη, και μάλιστα σταθερή και ραγδαία.

Σήμερα που λέτε στου Ψυρρή υπάρχουν περισσότερα και πιο καλαίσθητα μπαρ από τότε, περισσότερα εστιατόρια που σερβίρουν μεγαλύτερη ποικιλία από κουζίνες και γεύσεις, και ακόμα καφετέριες, φούρνοι, αναπάντεχα μικρά και μεσαία μαγαζιά και εξίσου πολύς αλλά πιο πολύχρωμος κόσμος. Δύο πράγματα υπάρχουν σε μικρότερο αριθμό από παλιά, και για τον ίδιο λόγο: Μικρομάγαζα και ετοιμόρροπα διατηρητέα. Και τα μεν και τα δε είναι λιγότερα επειδή πλέον η συνοικία είναι γεμάτη με ολοκαίνουργια ανακαινισμένα μπουτίκ ξενοδοχεία ή κτίρια με επιπλωμένα διαμερίσματα για χρονομίσθωση, που εκτόπισαν κάποια καταστήματα και οδήγησαν στην θεαματική ανακαίνιση παλιών διατηρητέων ή πολυκατοικιών υπό κατάρρευση.

Η συγκεκριμένη συνοικία, δε, δεν είναι από τις πολυδιαφημισμένες των τελευταίων χρόνων, όπως το Κουκάκι, του Μακρυγιάννη ή η πλατεία Αγίας Ειρήνης. Ίσα ίσα, υποτίθεται ότι πριν ακόμα αρχίσει η κρίση είχε αρχίσει να παρακμάζει και να εγκαταλείπεται, με το κέντρο του ενδιαφέροντος να μετατοπίζεται στον Κεραμεικό, το Σύνταγμα και άλλες κοντινές περιοχές. Αλλά να: περπατώντας στου Ψυρρή τον Οκτώβρη του 2019, η εικόνα είναι μιας γειτονιάς που ακμάζει, τι ακμάζει, βουλιάζει από τουρίστες και επισκέπτες.

Και δεν πρόκειται για εξαίρεση.

Τα τελευταία δέκα χρόνια η οικονομία μας έχασε το 1/4 της περίπου και, μολονότι η ψυχολογία έχει πάρει πάλι τα πάνω της και ο κόσμος έχει αρχίσει ξανά να ασχολείται με ασημαντότητες και φληναφήματα της φαιδρής επικαιρότητας, η κατάστασή μας από πολλές απόψεις παραμένει πολύ χειρότερη από ό,τι ήταν στα χρόνια της ευμάρειας. Μολαταύτα, αν παρατηρήσει κανείς πιο προσεκτικά στις λεπτομέρειες, θα διαπιστώσει ότι θύλακες της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας έχουν επιβιώσει και, μάλιστα, κάποιοι ακμάζουν απροκάλυπτα. Και αυτό δεν αφορά μόνο γνωστές και άγνωστες μοδάτες συνοικίες στους πρόποδες της Ακρόπολης που αναπτύσσονται ραγδαία χάρη στο AirBnB και τα ξενοδοχεία.

Πριν από λίγες ημέρες η διαΝΕΟσις δημοσίευσε μια έρευνα για το πώς οι υποβαθμισμένες, πυκνοδομημένες γειτονιές της Αθήνας θα μπορούσαν να αποκτήσουν μεσαίου μεγέθους αστικά πάρκα. Η έρευνα, την οποία εκπόνησε πολυπληθής ομάδα ειδικών υπό το συντονισμό του αρχιτέκτονα-πολεοδόμου Αριστείδη Ρωμανού, προτείνει μια μέθοδο κατασκευής “πάρκων γειτονιάς”, περιγράφοντας αναλυτικά τη μεθοδολογία, το νομικό καθεστώς, το πώς θα πρέπει να μοιάζει ο φορέας υλοποίησης τέτοιων έργων. Οι ερευνητές επέλεξαν ενδεικτικά δυο συγκεκριμένες γειτονιές στα Κάτω Πατήσια για να περιγράψουν με λεπτομέρειες το πώς θα έμοιαζε μια τέτοια παρέμβαση, από τους δρόμους που θα πρότειναν να πεζοδρομηθούν, μέχρι τα κτίρια που θα πρότειναν να απαλλοτριωθούν και μέχρι τα υλικά και τα είδη των δέντρων που θα πρότειναν να χρησιμοποιηθούν. Οπότε λίγες ημέρες πριν από τη δημοσίευση έκανα μια βόλτα σε αυτές τις υποβαθμισμένες γειτονιές που εκτείνονται ανάμεσα στους άξονες της Πατησίων και της Λιοσίων (εκατέρωθεν της Αχαρνών, οι δυο τους) και διαπίστωσα με κάποια έκπληξη το εξής: δεν είναι και πολύ υποβαθμισμένες.

Πράγματι, η δόμηση είναι πυκνή. Οι ελεύθεροι και οι οι κοινόχρηστοι χώροι ελάχιστοι. Τα πεζοδρόμια είναι μικρά, η προσβασιμότητα δύσκολη. Αλλά οι γειτονιές αυτές έχουν ζωή. Παιδιά στους δρόμους, σχολεία, κόσμο στις μικροσκοπικές πλατείες, έξω από τον Άγιο Λουκά (μια από τις ομορφότερες εκκλησίες της Αθήνας), τη φοιτητική εστία, τα σινεμά της περιοχής και σε κάθε ελεύθερο χώρο. Τα παλιά κτίρια είναι πολλά, αλλά υπάρχουν και κάποιες ανακαινισμένες πολυκατοικίες. Τα άδεια καταστήματα είναι σχετικά λίγα. Οι μετανάστες που βλέπεις παντού στους δρόμους είναι φουριόζοι και μοιάζουν απασχολημένοι και βιαστικοί, έχουν να πάνε κάπου, όπως όλοι, τους βλέπεις να ψωνίζουν στα μαγαζιά, να εργάζονται στις επιχειρήσεις της περιοχής (μερικά συνεργεία αυτοκινήτων και πάρκινγκ, παντοπωλεία, κομμωτήρια) ή, ακόμα περισσότερο, να έχουν τα δικά τους μαγαζιά, τις δικές τους επιχειρήσεις. “Δεν ήταν παλιά έτσι εδώ”, μου είπε ο κύριος Νίκος στην πλατεία της Αγίας Παρασκευής κι όταν λέει παλιά δεν εννοεί την κρίση, εννοεί πριν από είκοσι χρόνια. “Βοήθησαν πολύ και κάποιοι άνθρωποι που ήρθαν, ζωντάνεψε η περιοχή” είπε, με ύφος σα να απολογείται, σα να μην μπορεί να το πιστέψει εννοώντας, φυσικά, μετανάστες από το Μπανγκλαντές και το Πακιστάν.

Στα Κάτω Πατήσια σήμερα δεν έχει ΑirBnB, ευφάνταστα μπαρ και μεταμοντέρνους φούρνους. Όχι ακόμα, τουλάχιστο. Αλλά η κατάσταση στην περιοχή δεν μοιάζει καθόλου με την κατάσταση που είχαμε στο μυαλό μας από την πλατεία Βικτωρίας του 2012, για παράδειγμα, μια εικόνα εγκατάλειψης, ανυπαρξίας οικονομικής δραστηριότητας και κοινωνικής ζωντάνιας και μιας αόριστης μα διαρκούς υποβόσκουσας απειλής.

Βεβαίως, το να περπατάς στους δρόμους και να λες δυο κουβέντες με άγνωστους δεν είναι επιστημονικα αποδεκτός τρόπος για να μετρά κανείς την ανάπτυξη ή τις μελλοντικές προοπτικές μιας γειτονιάς. Μπορεί η εικόνα τέτοιων περιοχών να αποτυπώνει μια μορφή συλλογικής διαταραχής μετατραυματικού στρες, μια πρόσκαιρη αντίδραση καταναγκαστικής αισιοδοξίας από μια κοινωνία που τράβηξε τα πάνδεινα και είναι έτοιμη να πειστεί ότι τα χειρότερα πέρασαν, ακόμα κι αν αυτό δεν ισχύει. Μπορεί στην επόμενη στραβή να ερημώσουν τα μαγαζιά των μεταναστών στα Πατήσια, να αδειάσουν τα AirBnB και οι ταβέρνες στου Ψυρρή. Και, βεβαίως, από μόνα τους τα μπαρ, τα παντοπωλεία και οι ταβέρνες δεν αποτελούν ικανοποιητική ένδειξη -το να πουλάμε υπηρεσίες και εισαγόμενα αγαθά ο ένας στον άλλο δεν είναι βιώσιμη ανάπτυξη, όπως διαπιστώσαμε πολύ γλαφυρά κι επώδυνα.

Από την άλλη, όμως, τέτοιοι μικροί θύλακες, αν αντέξουν και πολλαπλασιαστούν, να αποτελέσουν κάτι άλλο: Μιαν αρχή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ