ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σε λίγες ημέρες κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις το βιβλίο του Γιάννη Σεργόπουλου «Στο ΕΑΤ-ΕΣΑ. Μια μαρτυρία για τα χρόνια της δικτατορίας». Γεννημένος το 1950 στην Αθήνα, ο Γ. Σεργόπουλος συμμετείχε στο αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα. Συνελήφθη και κρατήθηκε στο ΕΑΤ-ΕΣΑ. Οπως αναφέρει ο συγγραφέας: «Κάθε χρόνο στις 23 Ιουλίου πραγματοποιείται μια σεμνή τελετή στα κρατητήρια του ΕΑΤ-ΕΣΑ, άλλοτε τόπο βασανιστηρίων και σήμερα Μουσείο Αντιδικτατορικής Δημοκρατικής Αντίστασης. Στο προαύλιο βρίσκεται η προτομή του Σπύρου Μουστακλή. Πολιτικά κόμματα και φορείς καταθέτουν στεφάνια. Ακολουθεί μια βουβή περιήγηση στον χώρο των κελιών και η εκδήλωση ολοκληρώνεται με μια σύντομη ομιλία. Επειτα από τόσες δεκαετίες, ξανάρχεται στο μυαλό το ίδιο ερώτημα: Αξιζε τον κόπο;».

Σήμερα η «Κ» προδημοσιεύει εκτενές απόσπασμα από το βιβλίο.

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

«Το ΚΕΣΑ ήταν ένα θέατρο του παραλόγου βασισμένο στην αισθητική της βίας. Παραγωγός ο διοικητής του, ο ταξίαρχος Δημήτρης Ιωαννίδης, και βασικός σκηνοθέτης ο στρατονόμος Νίκος Καίνιχ (Ελληνας με καταγωγή από τους Βαυαρούς του Οθωνα). Οπωσδήποτε σαλεμένος, ήρθε αμέσως στο κελί μου με τους φίλους του να με γνωρίσει, γιατί είχε μάθει... ότι θα με έφερναν: «Ρε, πώς είσαι έτσι; Ινδιάνος είσαι;» υπονοώντας τους μώλωπες που είχα στο πρόσωπο, αλλά όπως του εξήγησα εγώ δεν είχα τρόπο να τους δω. «Φούμο σου βάλανε;» Εσκαγαν στα γέλια οι άλλοι που τον ακολουθούσαν, βρίσκοντας αυτά που έλεγε πολύ έξυπνα και αστεία. Μου έδειχνε και την μπουνιά του, καυχώμενος για τη δύναμή της, μου την έβαζε μες στα μούτρα κι εγώ έβλεπα ότι φορούσε ένα χρυσό δαχτυλίδι με χαραγμένα τα αρχικά του. Θα γνωριζόμασταν καλύτερα πολύ σύντομα.

Την επόμενη μέρα οι πόρτες του λυσσιατρείου άνοιξαν από τις δέκα η ώρα το πρωί περίπου, και ο Καίνιχ ξεχύθηκε με την κουστωδία του στα κελιά μας. Το κλείστρο της πόρτας μου τούτη τη φορά ήταν ελαττωματικής κατασκευής και όταν έκλεινε δεν εφάρμοζε καλά, αφήνοντας μια χαραμάδα που μου επέτρεπε να παρακολουθώ τι συμβαίνει στον διάδρομο. Ανοιξαν το πρώτο κελί αριστερά, αυτό που ήταν δίπλα στην τουαλέτα, και πλάκωσαν τον δόλιο κρατούμενο στο ξύλο. Βάραγαν όλοι μαζί, έδιναν σκαμπίλια, μπουνιές και μαστίγωναν με τους ζωστήρες· όσο ο κρατούμενος κραύγαζε από τον πόνο ή έλεγε ικετευτικά «φτάνει, φτάνει πια», τόσο αυτοί συνέχιζαν.

Εδερναν ενώ ταυτόχρονα έβριζαν χυδαία, και ο συνδυασμός αυτός τους έφτιαχνε. Το θύμα πρέπει να ήταν ένας αξιόλογος συμφοιτητής μου, που δεν ζει πια, ο Νικήτας Λιοναράκης. Αυτό βαστούσε πάνω από δεκαπέντε λεπτά. Στη συνέχεια έβγαιναν από το κελί, έπαιρναν μια ανάσα και συνέχιζαν στον επόμενο. Για μένα η διαδικασία αυτή στάθηκε το μεγαλύτερο μαρτύριο. Η αναμονή του βασανισμού και οι φωνές απελπισίας και πόνου των άλλων με έκαναν ράκος. Αλλος φώναζε «μάνα μου, αχ μάνα μου», άλλος φώναζε «πονάω, έλεος», αλλά αυτά τα κτήνη δεν καταλάβαιναν τίποτα. Ελεγα χίλιες φορές καλύτερα να ήμουν στο πρώτο κελί, τώρα θα είχα ξεμπερδέψει, το να περιμένω να έρθει η σειρά μου ακούγοντας τους βασανισμούς τρίτων αυτό με ξεπερνούσε. Υπέφερα ψυχικά πάρα πολύ, δεν το άντεχα.


Το εξώφυλλο του βιβλίου που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Πόλις.

Εκείνη την ημέρα σταμάτησαν στους πέντε απέναντι. Σωστά μάντεψα ότι την επομένη θα ήταν η τιμητική μας. Ηρθαν την ίδια ώρα, άρχισαν με την ίδια σειρά και εγώ, δυστυχώς, ήμουν ο τελευταίος. Είχα την ελπίδα ότι θα είχαν κουραστεί, αλλά δεν ίσχυε κάτι τέτοιο. Σκαρφίστηκα και τους είπα: «Παιδιά, το κεφάλι μου δεν είναι καλά.

Αύριο θα έρθει ο Κόφφας να με πάρει για αξονική». Προσποιήθηκαν ότι δεν έδωσαν σημασία και άρχισαν να με χτυπάνε με ζωνιές. Ο Καίνιχ μου έδωσε κάποιες μπουνιές στο στήθος. Επεσα κάτω και δεν σηκωνόμουνα. Αυτό τους ξεβόλευε και μου ρίχνανε κλωτσιές με τις αρβύλες στον κώλο. Πάντως, το κεφάλι το είχα γλιτώσει.

Για όσο έμεινα κρατούμενος στην ΕΣΑ και μέχρι την απόλυσή μου ποτέ δεν έβγαλα τα ρούχα μου. Με το παντελόνι και το πουκάμισο κοιμόμουνα, με αυτά ξυπνούσα, γιατί δεν ήθελα να με αιφνιδιάσουν και να με βρουν με το σλιπ και να νιώθω σε μειονεκτική θέση. Και πράγματι, η σκέψη μου αυτή ήταν σωστή, γιατί ο Καίνιχ έμπαινε μεσάνυχτα στα κελιά με ένα φακό και ένα μαστίγιο ιππασίας και μας έριχνε μερικές, αλλά περισσότερες έριχνε σ’ αυτούς που τους έβλεπε με τα σώβρακα. Στο ΚΕΣΑ τα φώτα των κελιών έκλειναν το βράδυ.

Βέβαια ο Καίνιχ δεν ήταν ο μοναδικός. Πρωταγωνιστής ήταν και κάποιος Δεμερτζίδης, ο επονομαζόμενος Σερίφης. Εμφανιζόταν πάντοτε τσαντισμένος, για κάποιους λόγους που μόνον ο ίδιος ήξερε, και ένιωθε κι αυτός ότι ανήκε στη στενή κλίκα των παιδιών του Ιωαννίδη. Ηταν ανελέητος, νευρικός και όταν σ’ έπιανε στα χέρια του πραγματικά υπέφερες. Από το πρωί μέχρι το βράδυ γύριζε με τη ζώνη στο χέρι και όλο και κάποιον έβρισκε να δείρει. Αλλοτε κάποιον εκπαιδευόμενο Εσατζή, άλλοτε κάποιον στρατιώτη που είχαν συλλάβει για παραβάσεις του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, άλλοτε κάποιον από εμάς. Γύριζε μες στο στρατόπεδο σαν το λυσσασμένο σκυλί. Ο Θεός τον πήρε γρήγορα κοντά του μετά από έναν καθολικό καρκίνο.

Μια μέρα βλέπω τους πάντες να ετοιμάζονται για επιθεώρηση. Είχαν άγχος και αγωνία. Σκούπιζαν, καθάριζαν, έδιναν σε εμάς οδηγίες να στεκόμαστε όρθιοι σε στάση προσοχής στην κάτω γωνία του κρεβατιού, και δεν δίστασαν να φανερώσουν ότι θα ερχόταν ο ίδιος ο Ιωαννίδης. Πράγματι, από τις στρατιωτικές χαιρετούρες και από τα χτυπήματα των ποδιών στο έδαφος έγινε αντιληπτό ότι έφτασε. Τρέχω στην πόρτα και βάζω το μάτι μου στη χαραμάδα του ελαττωματικού κλείστρου της πόρτας του κελιού μου, να δω τι γίνεται.

Ομως, πλησιάζοντας το πρόσωπό μου στο κλείστρο το φυσικό φως της χαραμάδας σκοτείνιασε απότομα και το αντιλήφθηκε ο Ιωαννίδης. Πλησίασε αμέσως και με την αρμαθιά των κλειδιών που κράταγε στο χέρι του άρχισε να χτυπάει την πόρτα μου. Επαθα πλάκα. Με έλουσε κρύος ιδρώτας. Τα χτυπήματα των κλειδιών τα ένιωσα σαν βουρδουλιές στην πλάτη μου. Τελικά δεν άνοιξε την πόρτα μου, έκανε την επιθεώρησή του, επαλήθευσε ότι όλοι βασανιζόμασταν σύμφωνα με το πρόγραμμα και έφυγε. (...)

Ετσι περνούσαν οι μέρες. Μέρα παρά μέρα μας τις έβρεχαν, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο. Ποτέ την Κυριακή. ΕΛΛΑΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ άλλωστε. Ομως όλες τις ώρες ένιωθα μια κακουχία από τα τραύματα και τους πόνους, συνεχώς ήμουνα σε ετοιμότητα μήπως κάτι συμβεί, είχα μια συνεχή ανησυχία και με κατέτρωγαν μαύρα συναισθήματα. Εδινα μάχη επιβίωσης. Μακάριζα τους φυλακισμένους που κάθονται και διαβάζουν με τις ώρες, που συζητούν ατελείωτα μεταξύ τους. Τους ζήλευα. Βέβαια δεν τολμούσα να σκεφτώ ακόμη τη χαρά του ανθρώπου που είναι ελεύθερος. Βρισκόμουν πολύ μακριά από μια τέτοια προοπτική. Ομως έπιανα τον εαυτό μου να ονειρεύεται εκδρομές και μπάνια στη θάλασσα.

Ενα πρωί μου αναγγέλλουν τη μεταγωγή μου πίσω στο ΕΑΤ-ΕΣΑ. Με έζωσαν τα φίδια. Η προσεκτική όμως ανάλυση των πραγμάτων ήταν ότι όλον αυτό τον καιρό ο χαρακτήρας της κράτησής μου ήταν τιμωρητικός και εκδικητικός. Δεν είχα ανακριθεί για τίποτα και από κανέναν. Βέβαια δεν είχα και τίποτα να πω, αφού εγώ προσωπικά ήμουν ίσως ο πιο γνήσιος εκφραστής της γραμμής «Ολα στο φως, η χούντα ενοχλείται περισσότερο από τη νομιμότητα». (...) Στο ΕΑΤ με έβαλαν στο κελί με τον αριθμό 1 δίπλα από το κελί 0, δηλαδή σ’ εκείνο που είχα υποστεί τα πάνδεινα ως νεοφερμένος. Τώρα όμως είχα κρεβάτι. Πέρασαν δύο με τρεις ημέρες χωρίς κάτι ιδιαίτερο, αλλά η υγεία μου δεν ήταν τόσο καλή. Πονούσα στο στήθος από τις μπουνιές και δεδομένου ότι άρχιζε ο καιρός να ζεσταίνει έβγαλα τη φανέλα που φορούσα, τη δίπλωσα στα τέσσερα και την έβαλα μόνιμα στο στήθος μου. Μου έδινε μια ψευδαίσθηση θαλπωρής αλλά και τη βεβαιότητα ότι θα απορροφούσε τους κραδασμούς από τις μπουνιές που μου έριχναν στο στήθος. Αυτές τις τρεις πρώτες ήσυχες μέρες (ο Θεός να τις κάνει ήσυχες όταν δίπλα σου ακούς βογγητά), σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να ζητήσω ένα βιβλίο. Το είπα λοιπόν σε κάποιον φύλακα.

Συνέβη δε το απροσδόκητο. Την άλλη μέρα το πρωί μου φέρνουν ένα βιβλίο. Ποιο βιβλίο όμως; Τον δεύτερο τόμο από τη δωδεκάτομη Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του Διονυσίου Κόκκινου, που είχα στη βιβλιοθήκη μου! Ενα δικό μου βιβλίο που το αναγνώρισα με το πρώτο, από μακριά. Το μύρισα, δεν υπερβάλλω.»

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ