ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το φθινόπωρο του 2004, την εποχή της εθνικής μεταολυμπιακής έπαρσης, ο Αλέξης Τσίπρας ήταν επικεφαλής της Νεολαίας του Συνασπισμού. Ο Αντώνης Σαμαράς είχε μόλις επιστρέψει από την «πολιτική έρημο» και είχε εκλεγεί ευρωβουλευτής της Ν.Δ. στις ευρωεκλογές του Ιουνίου 2004. Ο Κώστας Καραμανλής ήταν λίγους μήνες πρωθυπουργός έχοντας κερδίσει τις εκλογές του Μαρτίου 2004 και ο Γιώργος Παπανδρέου ήταν ο νέος πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Δεκαπέντε χρόνια μετά είναι και οι τέσσερις πρώην πρωθυπουργοί και βουλευτές στην παρούσα Βουλή.

Θρίαμβοι και ταπεινώσεις, νίκες και ήττες, όνειρα και αυταπάτες πέρασαν και έσβησαν. Η πυκνότητα των γεγονότων κατά την περίοδο στην οποία η Ελλάδα κυβερνήθηκε από τους παραπάνω ηγέτες δημιουργεί την εντύπωση ότι πέρασε ο διπλάσιος χρόνος. Σκέφτεται κανείς πόση εμπειρία και γνώση θα μπορούσε να συγκεντρωθεί αν οι εν λόγω έφτιαχναν στο Κοινοβούλιο μια «λέσχη πρώην πρωθυπουργών» και συζητούσαν για τα συναισθήματα που βίωσαν και τις αλήθειες που έμαθαν στο άδυτο της εξουσίας, εκεί που αποκτούν άλλη διάσταση τα βαθιά ζητήματα και οι θεμελιώδεις σταθερές που προσδιορίζουν την κοινωνική εξέλιξη και την εθνική ζωή. Θα μπορούσε, ίσως να προστεθεί στην επίλεκτη ομάδα ο Κώστας Σημίτης και ο Λουκάς Παπαδήμος, που δεν είναι βουλευτές, αλλά και ο Παναγιώτης Πικραμμένος, που είναι βουλευτής και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης.

Δεν ελπίζουμε βέβαια σε μια πλήρη άρση των διαχωριστικών γραμμών. Το σίγουρο είναι ότι οι τέσσερις πρώην πρωθυπουργοί που έχουν κερδίσει και χάσει εκλογές μπορούν, εάν θέλουν, με την ωριμότητα που έχουν αποκτήσει να παρέμβουν εποικοδομητικά σε κρίσιμα διλήμματα που σίγουρα θα εκδηλωθούν στην τρέχουσα κοινοβουλευτική περίοδο. Αλλωστε είναι όλοι σχετικά νέοι. Οι περισσότεροι προκάτοχοί τους στην πρωθυπουργία εξελέγησαν σε ηλικία ίδια ή μεγαλύτερη εκείνης που αυτοί είναι σήμερα. Ο ακαδημαϊκός Βασίλειος Μαρκεζίνης έχει πει ότι όλοι οι πρώην πρωθυπουργοί μέχρι το τέλος της ζωής τους προσβλέπουν σε κάποιου είδους επιστροφή. Αραγε, σε ποιου είδους «επιστροφή» μπορεί να προσβλέπουν οι εν λόγω τέσσερις πολιτικοί;

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

Δύο «βαριά» ονόματα στις απέναντι όχθες της κρίσης


Την Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2009 ο Γιώργος Παπανδρέου παραλαμβάνει την πρωθυπουργία από τον Κώστα Καραμανλή στο Μέγαρο Μαξίμου. Οι δύο ηγέτες συζητούν για τα σύννεφα που πυκνώνουν στον ορίζοντα.

«Ολες οι πολιτικές σταδιοδρομίες καταλήγουν στην αποτυχία», λέει το γνωμικό. Κατά κάποιο τρόπο όλοι οι πολιτικοί θεωρούν ότι έχουν αδικηθεί και ότι δεν πέτυχαν όλα όσα θα ήθελαν ή θα μπορούσαν να πετύχουν. Δεν είναι γνωστό τι πιστεύει εκ βαθέων ο Κώστας Καραμανλής για την πρωθυπουργία του, αλλά υπάρχουν διηγήσεις συνομιλητών του, οι οποίες δείχνουν ότι ο πρώην πρωθυπουργός ήδη από την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησής του δυσφορούσε με τους εγγενείς περιορισμούς που συνοδεύουν την εξουσία, οι οποίοι εκπορεύονται, είτε από συνταγματικές προβλέψεις (παράδειγμα, το άρθρο 16 που απαγορεύει την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων), είτε από την εδραιωμένη κουλτούρα της κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος (που π.χ. επέβαλε ως απαράβατο κανόνα τις συνεχείς αυξήσεις αποδοχών στο Δημόσιο).

Ο Καραμανλής, μόλις 62 ετών σήμερα, κέρδισε δύο εκλογικές αναμετρήσεις, το 2004 και το 2007, αλλά οι φίλοι του επιμένουν ότι δεν του επιτράπηκε να κυβερνήσει και ότι «πολεμήθηκε από παντού». Καταλογίζουν «αντικαραμανλική» στάση στη «διαπλοκή» και σε ξένες δυνάμεις, εννοώντας τις ΗΠΑ, ενώ προσθέτουν ότι είναι ο μόνος πρωθυπουργός που «δεν υπέγραψε μνημόνιο». Οι αντίπαλοί του επιμένουν ότι δεν επέδειξε την προσοχή που θα όφειλε στην οικονομική διαχείριση, με αποτέλεσμα τα προβλήματα να τεθούν εκτός ελέγχου.

Η σιωπή και η επιστροφή

Οι μετριοπαθείς παρατηρητές τού αναγνωρίζουν ότι το καλοκαίρι του 2009 προειδοποίησε για την επερχόμενη κρίση και προκήρυξε πρόωρες εκλογές δεσμευόμενος σε πρόγραμμα λιτότητας («πάγωμα» μισθών), κάτι ανήκουστο στη Μεταπολίτευση, με αποτέλεσμα η Ν.Δ. να λάβει το χαμηλότερο ποσοστό στην ώς τότε ιστορία της (33,47%). Ο Καραμανλής δεν μίλησε δημοσίως για δέκα χρόνια, με την εξαίρεση του τηλεοπτικού διαγγέλματος κατά το δημοψήφισμα του 2015, όταν τάχθηκε με σαφήνεια υπέρ του «Ναι». Εσπασε τη σιωπή του μόνο κατά την πρόσφατη προεκλογική περίοδο, ενώ προ ημερών, στις 27 Οκτωβρίου, μίλησε σε εκδήλωση για τα 80 χρόνια της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών όπου προειδοποίησε ότι «η Ελλάδα δεν πρέπει να παρασυρθεί από τις μεθοδεύσεις της Τουρκίας».

Σε λίγες ημέρες θα μιλήσει και πάλι σε εκδήλωση της London School of Economics στο Λονδίνο. Πολλοί ερμηνεύουν την επιστροφή του στη δημόσια σφαίρα ως προετοιμασία της κοινής γνώμης για την μετάβασή του στην Προεδρία της Δημοκρατίας. Οι πολιτικοί φίλοι του επιμένουν ότι υποστηρίζει την επανεκλογή του Προκόπη Παυλόπουλου. Είτε αυτό είναι αληθές, είτε λέγεται γιατί έτσι πρέπει να λέγεται ώς την ώρα των τελικών αποφάσεων του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Ο πολιτικός αντίπαλος του Καραμανλή, ο Γιώργος Παπανδρέου, τον διαδέχθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου το 2009 όπου παρέμεινε ώς το 2011. Ηταν ίσως η πιο πυκνή, δύσκολη, διχαστική και περιπετειώδης διετία στη Μεταπολίτευση. Οι πολιτικοί φίλοι του Παπανδρέου ισχυρίζονται με ακόμα μεγαλύτερη ένταση από τους καραμανλικούς ότι ο δικός τους εκλεκτός «πολεμήθηκε από παντού», ενώ προσθέτουν ότι το μνημόνιο που υπέγραψε και οι ευρωπαϊκές δομές υποστήριξης στη δημιουργία των οποίων συνέβαλε διέσωσαν την Ελλάδα από μια προδιαγεγραμμένη οικονομική συντριβή. Ο Παπανδρέου, που δίστασε να προχωρήσει στην επανίδρυση και μετονομασία του ΠΑΣΟΚ το 2004, αποχώρησε από το κόμμα το 2014 και ίδρυσε το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών (ΚΙΔΗΣΟ) που απέτυχε οριακά να εισέλθει στη Βουλή τον Ιανουάριο του 2015.

Η περίοδος 2015-2019 ήταν η μοναδική τα τελευταία σχεδόν 100 χρόνια που το Κοινοβούλιο συνεδρίαζε χωρίς να βρίσκεται στα έδρανα ένας Παπανδρέου. Η «ιστορική τάξη» αποκαταστάθηκε στις πρόσφατες εκλογές, όταν ο πρώην πρωθυπουργός εξελέγη βουλευτής Αχαΐας. Ο Γιώργος Παπανδρέου είναι 67 ετών και έχει από καιρό αποθαρρύνει όσους συνεργάτες του εκδηλώνουν την επιθυμία να τον δουν να επιστρέφει στην ηγεσία της Κεντροαριστεράς, είτε αυτή ονομάζεται ΠΑΣΟΚ, είτε Κίνημα Αλλαγής. Η δημοτικότητά του είναι χαμηλή, αλλά μάλλον αυξάνονται όσοι πιστεύουν ότι δικαιώνεται για τις κρίσιμες αποφάσεις του. Οι επικριτές του προσθέτουν ότι αν διακρινόταν από λιγότερη έφεση στην οραματική σκέψη και μεγαλύτερη προσήλωση στις στέρεες οργανωτικές δομές ίσως η ιστορία να είχε γραφτεί διαφορετικά.

Διεθνής παρουσία

Ολοι συμφωνούν ότι εκείνο που τον εκφράζει περισσότερο είναι η διεθνής παρουσία. Παραμένει από το 2006 μέχρι σήμερα πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς (επανεξελέγη το 2017) και συνεχίζει να ταξιδεύει παντού στον κόσμο. Προ ημερών βρέθηκε στο Πεκίνο όπου συμμετείχε σε διεθνές συνέδριο και συναντήθηκε στο Μέγαρο του Λαού με τον πρόεδρο της Κίνας Σι Τζινπίνγκ. Δεν ήταν η πρώτη συνάντηση. Είχε συναντηθεί και το 2017 στο Πεκίνο όταν, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ της εποχής, «μίλησαν αναλυτικά για το κοινό μέλλον της ανθρωπότητας και τον ρόλο της Κίνας».

Ο Παπανδρέου δεν προσβλέπει στην Προεδρία της Δημοκρατίας, ούτε φυσικά σε μια επιστροφή στην πρωθυπουργία. Τι θα ήθελε; Δεν έχει διαψεύσει ποτέ τις φήμες που κατά καιρούς κυκλοφορούν ότι θα τον ενδιέφερε η προεδρία του ΟΗΕ, στην οποία όμως τοποθετήθηκε το 2017 ο προκάτοχός του στη Σοσιαλιστική Διεθνή, Αντόνιο Γκουτέρες.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΣ - ΑΛΕΞΗΣ ΤΣΙΠΡΑΣ

Δύο «ξένοι» εγκλωβισμένοι σε μια καρμική διαμάχη


Στις 7 Μαΐου 2012, την επομένη των εκλογών, ο Αντώνης Σαμαράς συζητεί το ενδεχόμενο συνεργασίας με τον Αλέξη Τσίπρα στο πλαίσιο της διερευνητικής εντολής που έλαβε. Ακολούθησαν νέες εκλογές τον Ιούνιο.

Μόλις 45 ετών σήμερα, ο Αλέξης Τσίπρας είναι νεότερος από όσο ήταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το 1955 και ο Κώστας Καραμανλής το 2004, όταν και οι δύο έγιναν πρωθυπουργοί στα 48 τους. Η ηλικία του σε συνδυασμό με την καλή επίδοση του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές, με ποσοστό 31,5%, μόλις 4% χαμηλότερο από τις δύο νίκες του 2015, πείθει τους φίλους και τους υποστηρικτές του ότι, αν δεν υποπέσει σε σοβαρά λάθη, τότε το μέλλον ίσως του επιφυλάσσει μια δεύτερη ευκαιρία. Δεν είναι σίγουρο αν αυτή η ασαφής υπόσχεση είναι αρκετή για έναν πολιτικό που μέχρι πρόσφατα δεν είχε χάσει ποτέ και είχε ευνοηθεί από την τύχη διαδοχικών πολιτικών αλμάτων. Η απομάκρυνση από την εξουσία προκαλεί μελαγχολία και η παρούσα περίοδος κατά την οποία δεν είναι πρωταγωνιστής σίγουρα θα είναι μια μοναχική δοκιμασία υπομονής, εκπαίδευσης και περισυλλογής στο τέλος της οποίας θα πρέπει να έχει πείσει ότι άλλαξε.

Στην αρχή της πρωθυπουργίας του ο Τσίπρας πίστευε πραγματικά ότι θα αλλάξει την Ευρώπη μέσα από τη θεωρία της σύγκρουσης (chicken game) του Γιάνη Βαρουφάκη, ενώ η συμφωνία των Πρεσπών που ήρθε το 2018 χάρη στις προσπάθειες του Νίκου Κοτζιά ενίσχυσε την πεποίθησή του ότι είναι ένας ηγέτης που θα άξιζε να τιμηθεί με το Νομπέλ Ειρήνης. Ωστόσο, άνθρωπος με οξυμένη συναισθηματική νοημοσύνη φροντίζει να μην εκθέτει δημοσίως όσα πιστεύει για τον εαυτό του. Μόνο κάποιες αστραπιαίες εκδηλώσεις αλαζονείας φάνηκαν σε κάποιες στιγμές σφοδρής σύγκρουσης με τον Κυριάκο Μητσοτάκη στη Βουλή, πριν από τις εκλογές.

Ο «Ιανός»

Μια άλλη ιδιότητα του Τσίπρα, εκείνη του Ιανού, παραμένει ισχυρή, καθώς μπορεί να εμφανίζεται σχεδόν ταυτόχρονα διχαστικός και ενωτικός, επιθετικός και φιλικός, ευαίσθητος και ασυγκίνητος. Εχοντας πρωτοστατήσει στη χρήση της «διπλής γλώσσας», αναβίωση μιας παλιάς τεχνικής της Αριστεράς, βρίσκεται σήμερα έτοιμος να συστηματοποιήσει μια αντιπολιτευτική στρατηγική με διπλό πρόσημο. Στο θέμα της Προανακριτικής για την υπόθεση Novartis στην οποία ελέγχεται ο τέως αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης Δημήτρης Παπαγγελόπουλος φαίνεται να έχει εγκρίνει ταυτοχρόνως τόσο μια μετριοπαθή «θεσμική στάση» που εκφράζεται από τις επίσημες ανακοινώσεις, όσο και την ισοπεδωτική λογική που προτάσσει ο Παύλος Πολάκης.

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν βιάζεται να επιστρέψει, καθώς γνωρίζει ότι για να γίνει αυτό πρέπει να δώσει χρόνο στον χρόνο. Μπορεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης να του στέρησε μια οδό ταχύτατης επαναφοράς στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, όταν τον εξαίρεσε από δικαστικές διώξεις, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να σχεδιάζει με ηρεμία, περιστοιχιζόμενος από την παραδοσιακή ελληνική τεχνοκρατία του πασοκικού σοσιαλισμού, την προσάρτηση της Κεντροαριστεράς.

Προβληματισμένος για την ασυλία την οποία απολαμβάνει ο Τσίπρας την ίδια ώρα που μπορεί να παίζει με τις τύχες της χώρας, να εμπαίζει τους αντιπάλους του και να περιφρονεί τους θεσμούς, φέρεται να είναι ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος έχει υποστεί δύο φορές το «αντικανονικό παιχνίδι» του επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ. Οι συγκεκριμένοι δύο πρώην πρωθυπουργοί μάλλον θα παραμείνουν εγκλωβισμένοι σε μια «καρμική διαμάχη» για αρκετό καιρό ακόμα. Ο Σαμαράς, όχι μόνο δεν μπορεί να ξεχάσει τον εμφυλιοπολεμικό πολιτικό λόγο της περιόδου 2012-2015, όταν η Αριστερά διαχώριζε την πολιτική σκηνή σε «πατριώτες» και «προδότες», αλλά επιπλέον δεν μπορεί να συγχωρέσει τις μεθοδεύσεις που οδήγησαν στη μετατροπή της υπόθεσης Novartis σε μια σκευωρία εναντίον του, αλλά και εναντίον άλλων πολιτικών και προσωπικοτήτων της μέχρι πρότινος αντιπολίτευσης.

Σε αυτά προστίθεται η εκχώρηση του ονόματος της Μακεδονίας που ο Σαμαράς εκτιμά ότι η Ελλάδα θα πληρώσει ακριβά στο μέλλον. Πολλοί πιστεύουν ότι ο πρώην πρόεδρος της Ν.Δ. έχει αποφύγει μέχρι σήμερα να διαφωνήσει δημοσίως με την κυβέρνηση για τη «χαλαρή» αντιμετώπιση του Τσίπρα γιατί δεν έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο να του προταθεί η προεδρία της Δημοκρατίας. Οι αντίπαλοί του εντός κι εκτός του κόμματος πιστεύουν ότι η προσδοκία αυτή δεν είναι ρεαλιστική και ότι δεν θα υπάρξει στο εγγύς μέλλον για τον ίδιο κάποιου είδους «επιστροφή».

Ο πατριώτης

Οι υποστηρικτές του, όμως, υπενθυμίζουν ότι όχι μόνο επέδειξε αυτοθυσία για να κρατήσει την Ελλάδα όρθια όταν ο ίδιος βαλλόταν από παντού την περίοδο της πρωθυπουργίας του, αλλά και ότι στήριξε ολόψυχα και αποφασιστικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη τρεις φορές μέσα σε τρία χρόνια: Το 2016, στην οριακή εσωκομματική εκλογή αρχηγού, το 2018, όταν με τη συμμετοχή του στα συλλαλητήρια κατά της συμφωνίας των Πρεσπών κράτησε κοντά στην ηγεσία την πατριωτική πτέρυγα της Ν.Δ. ακυρώνοντας κάθε φυγόκεντρη τάση και φυσικά το 2019, στις εκλογές που έφεραν την αυτοδυναμία.

Λένε, λοιπόν, ότι το ύπατο πολιτειακό αξίωμα μπορεί τελικώς να ταιριάζει καλύτερα σε έναν πρώην πρωθυπουργό που υπηρέτησε με τέτοια συνέπεια, τόσο τη χώρα όσο και το κόμμα του. Και ότι μια τέτοια απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη θα συμβάλει στην παραταξιακή ενότητα, αλλά και θα μεταδώσει ευρύτερα στην κοινωνία το μήνυμα ότι το ήθος, το έργο και ο πραγματικός πατριωτισμός τιμώνται και δεν υποτιμώνται.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ