Ο Χοσέ Κούρα δεν είναι ένας ακόμα αστέρας της όπερας που έρχεται στην Αθήνα (22/11 στο Christmas Theater). Ο Αργεντίνος τενόρος ήταν στην εμπροσθοφυλακή μιας νέας γενιάς λυρικών τραγουδιστών, που θέλησαν να υποστηρίξουν τη σκηνική τους παρουσία όχι μόνο μέσα από μια επιβλητική φωνή, αλλά και με ένα παρουσιαστικό το οποίο θα μπορούσε να μιλήσει σε νεότερες γενιές θεατών. Και ο Κούρα μπορούσε να το κάνει και με το παραπάνω, βάζοντας στο τραπέζι όλα τα όπλα. 

Ο θερμός Λατίνος, με μια σχεδόν επιθετική αρρενωπότητα, ανέδειξε τον τύπο του φλογερού πρωταγωνιστή, που εύκολα παρέσυρε γυναίκες και άντρες. Στην πραγματικότητα, ο Κούρα μαζί με μια χούφτα άλλων συναδέλφων του συνέβαλαν αποφασιστικά στην ανάδειξη μιας σειράς πρωταγωνιστών-σταρ με νέα χαρακτηριστικά. Είχε βεβαίως προηγηθεί η χρυσή τριπλέτα Παβαρότι-Ντομίνγκο-Καρέρας, αλλά χωρίς τη συνταγή επιτυχίας του Κούρα και των υπολοίπων. Χωρίς δηλαδή τον ανυπότακτο, υπόγειο ερωτισμό αλλά και τις ποιότητες ποπ σταρ που έφερναν σε μια τόσο παραδοσιακή φόρμα όπως η όπερα. Το star quality του Κούρα έδωσε στις εμφανίσεις του μια αίσθηση προσωπικού σόου που δεν άρεσε σε όλους. Επίσης ο Κούρα ήταν εξαρχής πολύ «ζεστός» στην ιδέα ότι η όπερα θα έπρεπε να διευρύνει το ακροατήριό της, να απευθυνθεί δηλαδή σε ευρύτερο κοινό, με χαμηλότερο μέσο όρο ηλικίας και μέσο εισόδημα. Κατά μία έννοια, ο Κούρα, έχοντας το χάρισμα μιας σπουδαίας φωνής, καβάλησε το κύμα μιας αναπόφευκτης «αλλαγής υποδείγματος», που θα επέβαλλαν ούτως ή άλλως οι δομικές μεταβολές στον κόσμο της ψυχαγωγίας και του θεάματος. 

Στην Αθήνα έρχεται για δεύτερη φορά, για να τραγουδήσει δημοφιλείς άριες και κλασικά τραγούδια. Είχε προηγηθεί το ρεσιτάλ στο κατάμεστο Ηρώδειο το 2002, στο απόγειο της καριέρας του, πολύ πριν εμπλουτίσει την καλλιτεχνική του ταυτότητα με νέες ιδιότητες. Σήμερα, στα 56 του, εκτός από ένας διάσημος λυρικός τραγουδιστής στην ωριμότητά του, είναι διευθυντής ορχήστρας και σκηνοθέτης, ενώ απολαμβάνει να ζωγραφίζει και να φωτογραφίζει.

 


© AP PHOTO

 

Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα, ο Κούρα εξακολουθεί να συγκινεί τα πλήθη, αλλά υπάρχει μία στιγμή που ο διάσημος τενόρος δεν θα ξεχάσει ποτέ: το ντεμπούτο του στη Σκάλα του Μιλάνου, τον Ιανουάριο του 1997. «Είχα το θάρρος να ερμηνεύσω την άρια του Έντσο στην Τζοκόντα όπως της αρμόζει, ως αισθησιακό όνειρο, και με γιουχάισαν», δηλώνει στο «Κ». Και συνεχίζει: «Στη δεύτερη παράσταση, εμφανίστηκα στο κέντρο της σκηνής και τραγούδησα χωρίς να παίξω, για να καταλάβω αν αυτό που συνέβαινε είχε σχέση με το τραγούδι ή με την ηθοποιία μου. Τότε με καταχειροκρότησαν. Στο ντεμπούτο δεν τους είχε αρέσει η επιλογή μου να έρθω σε ρήξη με την ακινησία της παράδοσης. Αφού τους απέδειξα ότι μπορούσα να λειτουργήσω και με τους δύο τρόπους, επέστρεψα στην αρχική μου ερμηνεία, χωρίς να αντιμετωπίσω εκ νέου προβλήματα». Ήταν η στιγμή που ο Κούρα είχε δείξει προσωπικότητα, δεν είχε σκοπό να είναι ένας ακόμα πρωταγωνιστής.

Σίγουρα θα ήταν ένας πρωταγωνιστής που δεν θα έκρυβε αυτό που όλοι έβλεπαν. Αλήθεια, αισθάνεται σήμερα «υπεύθυνος» για τα νέα κριτήρια που «επέβαλλε» η γενιά του στον κόσμο της όπερας, συμπεριλαμβανομένης και της εξωτερικής εμφάνισης;

 «Το ξέρω, ήμουν ο πρώτος λυρικός τραγουδιστής που “πουλήθηκε” ως κινηματογραφικός αστέρας ή μοντέλο. Αλλά ας μην ξεχνάμε ότι η εξωτερική εμφάνιση είναι απλώς ένα συμπλήρωμα». Του ζητάω να γίνει πιο συγκεκριμένος. «Σήμερα πολλοί καλλιτέχνες είναι διάσημοι προτού γίνουν μεγάλοι. Μέχρι πριν από όχι και τόσο πολύ καιρό, όφειλες πρώτα να έχεις κάτι καλό να προσφέρεις στην αγορά και στη συνέχεια, με λίγη τύχη, μπορούσες να γίνεις διάσημος. Δεν είναι το περιτύλιγμα εκείνο που δημιουργεί τα προβλήματα, καθώς, αν δεν αξίζεις τίποτα, το περιτύλιγμα δεν θα σε βοηθήσει πολύ. Το πρόβλημα βρίσκεται στη σημερινή μιντιακή δομή, η οποία είναι σε θέση να πουλήσει αυτό που δεν μπορεί να πουληθεί αν εκείνος που προσφέρει το προϊόν σου είναι αρκετά ικανός να επιβληθεί στο ίντερνετ».

Όσο για τον αναπόφευκτο συσχετισμό ηλικίας και φωνής, ο Χοσέ Κούρα, αφού μου αναλύει μια σειρά τεχνικών και γενετικών παραγόντων που επηρεάζουν την εξέλιξη μιας φωνής, καταλήγει σε δύο βασικά συμπεράσματα: πρώτον, «όσο καλύτερα τραγουδάτε, τόσο λιγότερο φθείρετε τη φωνή σας»· και δεύτερον, «η φωνή είναι λίγο σαν τα αυτοκίνητα, εξαρτάται τι χρήση κάνεις, πόσα “χιλιόμετρα” καταναλώνεις όταν είσαι νεότερος. Δυστυχώς, ως προς αυτό οι σημερινοί τραγουδιστές έχουν ένα μειονέκτημα, καθώς τα μέσα μαζικής μεταφοράς διευκολύνουν μια πολύ μεγαλύτερη συχνότητα εμφανίσεων, που σημαίνει μεγαλύτερη φθορά και λιγότερη ανάπαυση για τον τραγουδιστή και τη φωνή του».

Όσο για το «σήμερα», αισθάνεται πάντα ο εαυτός του, λέει με αυτοσυγκράτηση· «εκλεκτικός και με το θάρρος να μην κρύβω τα χαρίσματα που διαθέτω λόγω του φόβου γι’ αυτά που μπορούν να πουν για μένα. Η διανοητική δειλία, την οποία συχνά συγχέουν με τη συστολή, πληρώνεται με την υπαρξιακή πικρία όταν, σε μια ορισμένη ηλικία, κοιτάς προς τα πίσω και αντιλαμβάνεσαι τι έχασες με το να μη ρισκάρεις». ■

Ρεσιτάλ Χοσέ Κούρα, Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2019, 8.30 μ.μ., Christmas Theater (Κλειστό Ολυμπιακό Στάδιο Γαλατσίου, λεωφόρος Βεΐκου). Συμμετέχει η Συμφωνική Ορχήστρα Τσαϊκόφσκι υπό τη διεύθυνση του Δαυίδ Ντελισάντι.

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ