Υπάρχει μια ιστορία στην παρέα για τη φίλη μας που σπούδασε στην Καρδίτσα. Πλησιάζοντας οδικώς πρώτη φορά στην πόλη, τέλη Σεπτέμβρη, με 30 βαθμούς, όπως χάζευε τον κάμπο, λέγεται ότι αναφώνησε έκπληκτη: «Α! Χιόνισε!». Έως και σήμερα μας διασκεδάζει αυτό το μικρό προσωπικό ανέκδοτο, και ομολογώ ότι μέχρι πριν από λίγες ημέρες δεν μπορούσα να διανοηθώ πώς της ξέφυγε κάτι τόσο απίθανο. Μέχρι που βρέθηκα στην καρδιά του νομού Καρδίτσας, να ταξιδεύω προς Σοφάδες, Οκτώβρη μήνα, την εποχή που όλοι οι «μπαμπακονομοί» της χώρας έχουν συγκομιδή.

Από τη στιγμή που μπαίνεις στον κάμπο, όλα είναι βαμβάκι. Δεν είναι μόνο τα χωράφια που δεν έχουν συγκομιστεί ακόμη, γεμάτα λευκές πιτσιλιές από τα έτοιμα, ώριμα φυτά, ούτε τα μεγάλα λευκά βουνά μαζεμένου βαμβακιού, που στέκουν αγέρωχα στις άκρες των χωραφιών, περιμένοντας να φορτωθούν για τα εκκοκκιστήρια. Είναι τα πάντα. Οι άδειες καρότσες που μόλις έχουν ξεφορτώσει και από το σιδερένιο πλέγμα τους κρέμονται τα απομεινάρια της σοδειάς, σαν ιστοί αράχνης. Είναι τα φορτηγά που ταξιδεύουν ανεμίζοντας βαμβάκι, τούφες φεύγουν και μαζεύονται στις άκρες των δρόμων, πάνω στα αυτοκίνητα, μπαίνουν από τα παράθυρα, πετούν πάνω από τον κάμπο, κολλάνε στα παπούτσια σου, ανακατεύονται στα μαλλιά σου, στολίζουν τους θάμνους σαν να είναι... Ναι, καλά υποθέσατε: χιόνι. Στην Καρδίτσα, κάθε τέλη Σεπτεμβρίου και μέχρι τέτοια εποχή «χιονίζει» βαμβάκι. Όλος ο νομός ζει στους ρυθμούς της συγκομιδής και του εκκοκκισμού, στα καφενεία είναι το μόνο θέμα συζήτησης, οι αγρότες μαζεύουν πυρετωδώς τις σοδειές τους, οι εκκοκκιστές παραλαμβάνουν ανά δεκάδες τα φορτία, τα εκκοκκιστήρια δεν κοιμούνται ποτέ.

 


Η δουλειά δεν σταματά όλο το φθινόπωρο στην Καρδίτσα. Όπου κι αν βρεθείς, το βαμβάκι είναι πρωταγωνιστής. Παντού φορτηγά φορτωμένα, γερανοί με δαγκάνες που τα γεμίζουν, προαύλια εκκοκκιστηρίων γεμάτα με τόνους βαμβακιού. 

 

Φέτος, ένας λόγος παραπάνω. Το καλοκαίρι δεν είχε βροχές, ο καιρός ήταν καλός, υπήρξε υπερπαραγωγή. Οι παραγωγοί άφησαν τα βαμβάκια να ωριμάσουν – αν τα μαζέψεις πριν την ώρα τους, μπορεί να καταστραφούν. Όμως, στις αρχές Οκτωβρίου ήρθαν οι προβλέψεις για βροχές και ο κόσμος τρόμαξε. Θα ρίξει μια μπόρα ή θα κάνει κατακλυσμό μετά από τόση ξηρασία; Και έβαλαν φουλ τις μηχανές πρωί βράδυ να μαζεύουν. Η βροχή ήρθε δυνατή, μούσκεψε τις σοδειές, ενώ τα μαζεμένα βαμβάκια μούλιαζαν στις άκρες των χωραφιών, χωρίς νάιλον να τα σκεπάζουν, ή στα προαύλια των εκκοκκιστηρίων, περιμένοντας να πάρουν σειρά.

Σαν σε μαιευτήριο

«Παλιότερα παίρναμε βαμβάκια μέχρι το Πάσχα», λέει ένας από τους μεγαλύτερους εκκοκκιστές του νομού. «Τα αποθήκευαν στεγνά και δεν πάθαιναν τίποτα. (Το βαμβάκι χαλάει από την υγρασία, κοκκινίζει και πέφτει η ποιότητά του.) Οι μηχανές που μάζευαν ήταν λίγες και δίσειρες, τώρα βγήκαν μηχανές μεγάλες, τετράσειρες, και είναι πολλές, ορμάνε μέσα και βγάζουν η καθεμία 200 τόνους την ημέρα. Πού θα πάει όλο αυτό το βαμβάκι, που μαζεύεται μέσα σε λίγες ημέρες; Αυτοί εδώ που περιμένουν», λέει και δείχνει έξω από το γραφείο του καμιά δεκαριά άντρες που καπνίζουν ανήσυχοι σαν σε αίθουσα αναμονής μαιευτηρίου, «περιμένουν τρεις ημέρες να παραδώσουν τα βαμβάκια τους, αλλά πού να τα βάλω;».

Την ώρα που τα φορτωμένα φορτηγά περιμένουν στα προαύλια, μπουλντόζες σπρώχνουν βουνά βαμβακιού μέσα στο εργοστάσιο, οι φορτωτές το «ταΐζουν» σε μια ταινία, αέρας το ρουφάει και το πάει στις μηχανές. Η διαδικασία είναι εντυπωσιακή. Μηχανήματα που μοιάζουν με υπερμεγέθεις κουλοχέρηδες πετάνε με ταχύτητα το βαμβάκι σαν καταρράκτη και «φτύνουν» στο κάτω μέρος τους σπόρους. Το εκκοκκισμένο βαμβάκι ρουφιέται από άλλες μηχανές, που το συμπιέζουν και το δεματοποιούν.

Τα εκκοκκιστήρια δουλεύουν Σεπτέμβριο-Νοέμβριο, 24 ώρες το 24ωρο. Τον υπόλοιπο χρόνο κάνουν συντήρηση, για να αντέξουν αυτό το τρίμηνο. Το βαμβάκι σπέρνεται Απρίλιο και μαζεύεται από Σεπτέμβριο. Είναι καλοκαιρινό φυτό, θέλει ζέστη και νερό, αλλά έχει πολλούς εχθρούς, άρα και υψηλό κόστος εφοδίων. Πλέον χρειάζεται έως και τέσσερις ψεκασμούς, κι αν δεν προλάβεις να ψεκάσεις εγκαίρως, μπορεί να το χάσεις. «Το ξεσκέπαστο μαγαζί είναι ρίσκο», λέει ένας παραγωγός και μεσίτης βαμβακιού. «Η καλλιέργεια είναι μηχανοποιημένη, θέλει οργάνωση και εξοπλισμό. Με τα κοστολόγια τα δικά μας, για να σταθείς ως παραγωγός, πρέπει να έχεις τουλάχιστον 300 στρέμματα».

 


Φέτος, η βροχή την εποχή της συγκομιδής έφερε μπελάδες και οι εκκοκκιστές προσπάθησαν να σώσουν ό,τι μπορούσαν, καλύπτοντας τις σοδειές με μεγάλα νάιλον.

 

«Το βαμβάκι, όσο άσπρο είναι, άλλο τόσο μαύρο γίνεται», λέει ο παλιός εκκοκκιστής. «Ξέρεις πόσα εκκοκκιστήρια που κάποτε ήταν κράτος έχουν χρεοκοπήσει από κακή διαχείριση; Και τώρα είναι ακόμα πιο δύσκολα, γιατί εξαρτιόμαστε από τα χρηματιστήρια για την τιμή του βαμβακιού. Εκεί γίνονται παιχνίδια, γιατί εκεί δεν υπάρχει το φυσικό προϊόν, υπάρχουν μόνο τα χαρτιά. Τζόγος είναι και παίζουν την τύχη τη δική μας και του παραγωγού. Κάποτε, πριν “πεθάνει” η ελληνική κλωστοϋφαντουργία, πουλούσαμε τα βαμβάκια στην Ελλάδα, έρχονταν οι έμποροι εδώ και διαπραγματευόμασταν, έβλεπαν το προϊόν, πουλούσαμε την ποιότητά μας. Τώρα φεύγουν όλα έξω».

Μέχρι πριν από δύο χρόνια, η Τουρκία απορροφούσε το μεγαλύτερο ποσοστό από το ελληνικό βαμβάκι. Πέρυσι, λόγω της κρίσης με τη λίρα, δεν πήρε σχεδόν καθόλου, με αποτέλεσμα οι Έλληνες εκκοκκιστές να αναζητήσουν καινούργιες αγορές, όπως η Κίνα ή η Ινδία, που όμως έχουν υψηλό κόστος λόγω μεταφορικών.

«Σε μία πενταετία θα έχει αλλάξει ο αγροτικός χάρτης», λέει ο παραγωγός. «Ο κάμπος θα καλλιεργείται από λιγότερα χέρια. Οι μικρές εκμεταλλεύσεις θα εξαφανιστούν, θα πάνε στους μεγάλους που μπορούν να επιβιώσουν. Αυτό που δεν κοίταξαν στην Ελλάδα είναι να στήσουν τις λίμνες, τα φράγματα, να οργανώσουν, να δώσουν κίνητρα. Δεν ασχολήθηκε ποτέ καμία κυβέρνηση σοβαρά με την παραγωγή. Οι νέοι φεύγουν· αν δεν το μάθεις μικρός το χωράφι, δεν υπάρχει περίπτωση να κάνεις προκοπή. Είναι δύσκολη δουλειά, έχει επισφάλειες, τρία χρόνια μπορεί να προσπαθείς να κρατηθείς για να βγάλεις τη ζημιά μιας χρονιάς. Δεν είναι τόσο ευχάριστα. Γιατί ακούω που λένε θα φύγουν από την Αθήνα και θα έρθουν να γίνουν αγρότες. Κατ’ αρχάς, για να γίνεις σύγχρονος αγρότης, θέλεις 200.000 ευρώ. Αλλά, για πες μου εσύ, αν έχεις 200.000 ευρώ, γιατί να φύγεις από την Αθήνα;» ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ