ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Χάνουν μερίδια στις ξένες αγορές οι ελληνικές ιχθυοκαλλιέργειες

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΑΝΙΦΑΒΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Νέες απώλειες υπέστησαν το 2018 τα μερίδια αγοράς των ελληνικών ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας στις βασικές χώρες προορισμού υπό τον ασφυκτικό ανταγωνισμό που ασκείται από τα αντίστοιχα τουρκικά προϊόντα. Αν και στις κύριες ευρωπαϊκές αγορές τα ελληνικά ψάρια εξακολουθούν να κυριαρχoύν, οι εξαγωγές τους προς Ιταλία, Ισπανία και Γαλλία υποχώρησαν σε σύγκριση με το 2017, ενώ την ίδια ώρα οι εξαγωγές τσιπούρας και λαβρακίου από την Τουρκία σημείωσαν σε αρκετές περιπτώσεις ρυθμούς ανάπτυξης πάνω από 70%.

Η πλεονασματική παραγωγή στη γείτονα σε συνδυασμό με την υποτίμηση της τουρκικής λίρας οδήγησαν σε δραστική μείωση των τιμών των ψαριών, καθιστώντας τα εξαιρετικά ανταγωνιστικά στις διεθνείς αγορές. Η τάση αυτή δυστυχώς συνεχίζεται και το τρέχον έτος με τις ελληνικές εταιρείες του κλάδου να εξακολουθούν να καταγράφουν απώλειες.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της τελευταίας ετήσιας έκθεσης του Συνδέσμου Ελληνικών Θαλασσοκαλλιεργειών (ΣΕΘ), η οποία δημοσιοποιήθηκε χθες, οι πωλήσεις τσιπούρας και λαβρακίου ανήλθαν το 2018 σε 106.500 τόνους αξίας 502 εκατ. ευρώ. Συγκεκριμένα, το 79% των πωλήσεων (87.155 τόνοι) αξίας σχεδόν 400 εκατ. ευρώ διατέθηκε σε 32 χώρες και το υπόλοιπο στην εγχώρια αγορά. Οι κυριότερες αγορές παραμένουν παραδοσιακά η Ιταλία, η Ισπανία και η Γαλλία, οι οποίες απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής παραγωγής (59% το 2018). Από την ανάλυση των στοιχείων, ωστόσο, προκύπτει ότι οι εξαγωγές της Ελλάδας προς τις τρεις αυτές βασικές αγορές υποχωρούν ή στην καλύτερη περίπτωση μένουν στάσιμες τα τελευταία τέσσερα χρόνια, ενώ της Τουρκίας αυξάνονται. Μόλις σε μία χρονιά, το 2018 σε σύγκριση με το 2017, οι εξαγωγές τουρκικής τσιπούρας στην Ισπανία αυξήθηκαν κατά 34,88%, ενώ οι εξαγωγές λαβρακίου κατά 75,41%, πλησιάζοντας και σε απόλυτους αριθμούς τις ελληνικές εξαγωγές (5.944 τόνοι εξήχθησαν από την Ελλάδα και 4.594 από την Τουρκία).

Καθοριστικό ρόλο στην παραπάνω εξέλιξη διαδραματίζει η αξιοποίηση των δικτύων διανομής στην Ελλάδα από τις τουρκικές εταιρείες. Αυτό γίνεται μέσω εταιρειών - brokers, καθόλα νόμιμες, που έχουν συστήσει τουρκικές επιχειρήσεις στη χώρα μας και στις οποίες συμμετέχουν κυρίως άτομα που παλαιότερα εργάζονταν στα εμπορικά τμήματα ελληνικών εταιρειών του κλάδου των ιχθυοκαλλιεργειών που έχουν πτωχεύσει ή βρίσκονται υπό πτώχευση. Σύμφωνα με τον ΣΕΘ, το 2018 οι εισαγωγές τουρκικών ψαριών στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 119%. Συγκεκριμένα εισήχθησαν 11.713 τόνοι ψαριών, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων (90%-95%) επαναπροωθήθηκε σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Σύμφωνα με παράγοντες του κλάδου, το τρέχον έτος οι εισαγωγές τουρκικών ψαριών στην Ελλάδα έχουν αυξηθεί περαιτέρω και δεν αποκλείεται να ανέλθουν σε 15.000 τόνους.
Η παραγωγή τσιπούρας και λαβρακίου στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2018 σε 117.000 τόνους, εκ των οποίων 67.000 τόνοι ήταν τσιπούρα και 50.000 τόνοι λαβράκι. Η μέση τιμή πώλησης της τσιπούρας υποχώρησε κατά 1,5% το 2018 σε σύγκριση με το 2017, ενώ στο λαβράκι η μείωση ήταν 6%. Το 2019 η κάμψη των τιμών είναι εντονότερη φτάνοντας μεσοσταθμικά το 7,5%.

Το 2019 αναμένεται να κλείσει με μικρή αύξηση της παραγωγής. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΣΕΘ, η παραγωγή τσιπούρας και λαβρακίου αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,17% σε σύγκριση με το 2018, φτάνοντας τους 119.000 τόνους.  Στην Τουρκία, που αποτελεί τον κύριο ανταγωνιστή της Ελλάδας στην κατηγορία της λεγόμενης μεσογειακής ιχθυοκαλλιέργειας, εκτιμάται ότι το 2019 η παραγωγή τσιπούρας και λαβρακίου θα υπερβεί τους 154.000 τόνους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ