ΘΕΑΤΡΟ

Τρία αδέλφια πιασμένα σε ιστό

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΑΚΑΣΑΣ

«Οταν ήμουν μικρή παρακολούθησα τα μαθήματα σε ένα εργαστήρι θεάτρου. Τότε διαπίστωσα πως ο χώρος του θεάτρου είναι ένας τόπος όπου μπορείς να δοκιμάσεις τα όριά σου. Σαν να αποκτά η ζωή άλλο νόημα. Είναι μία διαδικασία που ποτέ δεν είναι ανώδυνη», λέει η Λουκία Μιχαλοπούλου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στο ιστορικό υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν μετά το προαναγγελτικό σκοτάδι για την έναρξη της παράστασης, η σκηνή φωτίζεται από ένα μεταλλικό φως (σκηνικά, φωτισμοί Σάκης Μπιρμπίλης). Ο ασφυκτικός χώρος του σκηνικού –στο κέντρο δεσπόζει ένα ορθογώνιο τραπέζι, ενώ εντυπωσιάζει ο μεταλλικός πίνακας με αριθμούς, που πλαισιώνει την τραπεζαρία και αλλάζει με τους φωτισμούς– παραπέμπει στην υψηλή τέχνη και διανόηση, πίνακες προγόνων και μαθηματικούς ορισμούς.

Την ίδια στιγμή υπονοείται το βαρύ ιστορικό παρελθόν των τριών αδελφών. Της μεγάλης αδελφής Ντένε, της μικρότερης αδελφής Ρίττερ και του Λούντβιχ-Φος.

Η Ρίττερ (Λουκία Μιχαλοπούλου) καπνίζει, διαβάζει εφημερίδα και γελά υποδόρια, σκληρά κοιτώντας τη μεγάλη της αδελφή Ντένε (Στεφανία Γουλιώτη) να ετοιμάζει ψυχαναγκαστικά το τραπέζι του γεύματος.

Ο αδελφός (Φος - Αργύρης Ξάφης), τρόφιμος σε μια κλινική για πνευματικά διαταραγμένους ασθενείς, έχει επιστρέψει στο πατρικό του σπίτι, το οποίο από πάντα κατοικείται από τις δύο αδερφές του, ηθοποιούς. Μια κωμικοτραγική ιεροτελεστία. Κατά τη διάρκεια και έπειτα από ένα γεύμα τα τρία αδέλφια προσπαθούν να επικοινωνήσουν με, φευ, παροιμιώδη ανικανότητα. Τρεις άνθρωποι αποτυχημένοι, τρία πρόσωπα που πιάστηκαν στον ιστό ενός κληρονομημένου ανταγωνισμού.

Οι ερμηνείες των τριών ηθοποιών είναι θηριώδεις. «Αλήθεια το πιστεύετε αυτό; Πόσο χαίρομαι», λέει στην «Κ» με παιδικό ενθουσιασμό η Λουκία Μιχαλοπούλου. «Ξεκινήσαμε να δουλεύουμε το κείμενο από τον Μάιο με τη Μαρία Πρωτόπαπα, που σκηνοθετεί. Θέλαμε να κάνουμε κάτι με τη Στεφανία με την οποία έχουν συνεργαστεί και προ διετίας, και ο Αργύρης ενθουσιάστηκε όταν το συζητήσαμε μαζί του», προσθέτει.

«Τα τρία αδέλφια είναι εμφανώς μισάνθρωποι, κακομαθημένοι, αλλά και ευφυείς. Την ίδια στιγμή που ο ένας είναι εξαρτημένος από τον άλλο, του επιτίθεται με κακία και τον υπονομεύει. Στο πλαίσιο αυτό υπάρχει η οικογένεια ως μικρογραφία της κοινωνίας», συμπληρώνει η ίδια.

Ζει στο κέντρο και ψάχνει σπίτι, αφού πρέπει να εγκαταλείψει το σημερινό της, γιατί αυτό προορίζεται για χρήση Airbnb. «Εχει χαθεί το μέτρο με το Αirbnb. Από την άλλη, η Αθήνα είναι δύσκολη πόλη. Υπάρχει κακογουστιά, έλλειμμα σεβασμού από τους κατοίκους της, και εσωτερικά και εξωτερικά. Το αποδίδω στη φύση μας. Ολοι κοιτούν τον εαυτό τους, το τετραγωνικό τους», λέει.

Πάνω στη σκηνή η Λουκία αποκτά μια ιδιαίτερη εκφραστική δύναμη, παρότι όπως εκμυστηρεύεται, «με παιδεύει πολύ κάθε παράσταση, δύσκολα είμαι ευχαριστημένη. Δεν σταματώ να κάνω πρόβες, έχω σχεδόν εμμονική σχέση με την παράσταση στην οποία παίζω». Βέβαια, είναι ξεκάθαρο. Πίσω από αυτή την ένταση, το δόσιμο, θέλει να ζήσει και μέσα από τη θεατρική πράξη. «Οταν ήμουν μικρή παρακολούθησα τα μαθήματα σε ένα εργαστήρι θεάτρου. Τότε διαπίστωσα πως ο χώρος του θεάτρου είναι ένας τόπος όπου μπορείς να δοκιμάσεις τα όριά σου. Σαν να αποκτά η ζωή άλλο νόημα. Είναι μία διαδικασία που ποτέ δεν είναι ανώδυνη».

Δυσπιστώ! «Αλήθεια, η σχέση μου ποτέ δεν είναι ανάλαφρη. Δεν ηρεμώ ποτέ. Είναι δύσκολο να βγω στη σκηνή. Σαν να κάνω ελεύθερη πτώση. Βέβαια, υπάρχει ένα κομμάτι παιχνιδιού που τα τελευταία χρόνια αρχίζω να ανακαλύπτω. Με ενδιαφέρει να ξεφοβηθώ, να κάνω λάθη. Σε αυτή τη διαδικασία μου αρέσει να είμαι συνδημιουργός. Από μικρή ήθελα να κάνω το καλύτερο που μπορώ, αλλά ένιωθα ότι δεν το έφτανα. Σαν να έδινα λόγο σε κάποιον.

Ισως για τον λόγο αυτό, ενώ έγινε ηθοποιός για να παίζει στην Επίδαυρο τα καλοκαίρια όπως ονειρευόταν μικρή –«ναι, σε σημείο να αναρωτιέμαι τι θα κάνω τον χειμώνα» λέει –, έως τώρα οι εμφανίσεις της στο αρχαίο θέατρο είναι λίγες. «Εχω αρνηθεί προτάσεις. Εχω μια περίεργη ξεροκεφαλιά. Θέλω να υλοποιώ τα όνειρά μου όπως τα θέλω. Επειδή στη ζωή πολλά έχουν ξεφτίσει, λέω αυτό να το κρατήσω. Δεν ξέρω βέβαια τι περιμένω. Θα έλθει, πιστεύω, ελπίζω».

«Ρίττερ, Ντένε, Φος», Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν, έως 12 Ιανουαρίου 2020.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ