ΕΛΛΑΔΑ

Συνταγογραφούν αντιβιοτικά από... φόβο

ΤΑΣΟΥΛΑ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

Τα πολυανθεκτικά μικρόβια, τα λεγόμενα και superbugs, που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά με τα υπάρχοντα αντιβιοτικά, κοστίζουν τη ζωή σε 700.000 και πλέον ανθρώπους κάθε χρόνο. Τι φταίει γι’ αυτή τη ζοφερή κατάσταση; Η κατάχρηση και η λανθασμένη χρήση των αντιβιοτικών.

Ενας σκληρός και αδυσώπητος πόλεμος μαίνεται τα τελευταία χρόνια: ανάμεσα στη διεθνή επιστημονική κοινότητα και στα πολυανθεκτικά μικρόβια, τα λεγόμενα και superbugs, δηλαδή υπερμικρόβια, για τα οποία δεν διατίθεται σχεδόν κανένα δραστικό φάρμακο. Από τέτοιες λοιμώξεις, που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά με τα υπάρχοντα αντιβιοτικά, 700.000 και πλέον άνθρωποι χάνουν κάθε χρόνο τη ζωή τους σε όλο τον κόσμο. Οι θάνατοι, μάλιστα, αναμένεται να έχουν φτάσει τα 10 εκατομμύρια ετησίως μέχρι το 2050! Τι φταίει γι’ αυτή τη ζοφερή κατάσταση; Η κατάχρηση και η λανθασμένη χρήση των αντιβιοτικών.

Η εβδομάδα που διανύουμε είναι αφιερωμένη στην ενημέρωση του κοινού για τις διαστάσεις του προβλήματος και για την ατομική μας ευθύνη απέναντί του. Γιατί, κάθε φορά που παίρνουμε ένα αντιβιοτικό χωρίς να το χρειαζόμαστε, συμβάλλουμε στη δημιουργία πιο ανθεκτικών μικροβίων. Από τη μία πλευρά οι πολίτες, λοιπόν, που αγνοούν πολλά. Κι από την άλλη, το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό. Εκείνοι γνωρίζουν, ως ώφειλαν, όσα πρέπει και, κυρίως, όσα δεν πρέπει να κάνουν; Σε αυτό το κομβικό για τη μικροβιακή αντοχή ερώτημα προσπάθησε να απαντήσει μεγάλη έρευνα –η πρώτη στο είδος της– που διεξήχθη σε τριάντα ευρωπαϊκές χώρες και τα αποτελέσματά της ανακοινώθηκαν χθες από το ECDC, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων, που εδρεύει στη Στοκχόλμη.

Από τον Ιανουάριο μέχρι τον Μάρτιο του 2019, 18.506 εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας από 30 ευρωπαϊκές χώρες –γιατροί διαφόρων ειδικοτήτων (παθολόγοι, χειρουργοί, οδοντίατροι, μεταξύ άλλων) και νοσηλευτές σε νοσοκομεία, ιδρύματα και μονάδες μακροχρόνιας φροντίδας, φαρμακοποιοί, στελέχη δημόσιων οργανισμών και εθνικών ινστιτούτων υγείας, καθώς και πανεπιστημιακοί– κλήθηκαν να απαντήσουν σε ένα ερωτηματολόγιο. Το 70% εξ αυτών ήταν γυναίκες και το 30% άνδρες, με τουλάχιστον 25 χρόνια εργασιακής εμπειρίας.

Ας δούμε μερικά από τα στοιχεία που φώτισε η έρευνα. Το 96% όσων συμμετείχαν δήλωσε ότι γνωρίζει τι σημαίνει μικροβιακή αντοχή και το 80% ότι ξέρει τι πρέπει να κάνει όταν χρειάζεται να χρησιμοποιήσει αντιβιοτικά για τη θεραπεία των ασθενών. Ωστόσο, μόνο το 58% εξ αυτών απάντησε σωστά όλες τις ερωτήσεις. Κι αυτό το... σκορ αφορά τον μέσον όρο. Γιατί υπήρξαν χώρες με χαμηλότερες του 50% επιδόσεις: η Βουλγαρία, η Σλοβακία, η Μάλτα, η Ουγγαρία, η Λιθουανία, η Εσθονία – και η Ελλάδα.  Στον αντίποδα, πρώτες με διαφορά σε όλη την Ευρώπη, σε γνώσεις για τη μικροβιακή αντοχή και τη λελογισμένη χρήση των αντιβιοτικών, αναδείχθηκαν η Κροατία και η Ιρλανδία, με ποσοστό 73% και 71%, αντίστοιχα. Ευρώπη δύο ταχυτήτων, δηλαδή, σε ό,τι αφορά την ορθή χρήση των αντιβιοτικών.

Στην Ελλάδα

Τα πιο ανησυχητικά, ίσως, στοιχεία από όσα έδωσε στη δημοσιότητα το ECDC; Πολλοί γιατροί (ποσοστό 31%) παραδέχθηκαν ότι μολονότι γνωρίζουν τους κινδύνους που εγκυμονεί η άσκοπη χρήση των αντιβιοτικών, αρκετές φορές προχωρούν στη συνταγογράφηση από ανασφάλεια και άγχος, μήπως η κατάσταση του ασθενούς τους επιδεινωθεί ή μήπως υπάρξουν επιπλοκές. Αυτή η ψυχολογική πίεση είναι πιο έντονη, όπως αποδείχθηκε, στη Σλοβακία, ενώ πιο ισχυροί απέναντί της αποδεικνύονται οι Ολλανδοί και οι Σουηδοί γιατροί. Στην Ελλάδα, 6 στους 10 γιατρούς δήλωσαν ότι συνταγογραφούν αντιβιοτικά από... φόβο τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα.

Οσον αφορά την υγιεινή των χεριών, που αποτελεί το βασικότερο μέτρο πρόληψης των νοσοκομειακών λοιμώξεων και διασποράς των παθογόνων μικροοργανισμών στο νοσοκομειακό περιβάλλον, μόνο το 56% των Ευρωπαίων νοσηλευτών απάντησε ότι γνωρίζει τις σχετικές οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (πέντε βήματα).

Εξίσου απαισιόδοξο συμπέρασμα της έρευνας, το γεγονός ότι μόλις το 27% των συμμετεχόντων γνώριζε ότι στην Ευρωπαϊκή Ενωση απαγορεύεται η χρήση αντιβιοτικών στα ζώα εκτροφής (τα βοηθούν να μεγαλώνουν γρηγορότερα αλλά φτάνουν στο πιάτο μας). Το 29% πίστευε ότι επιτρέπεται και το 44% δεν ήταν βέβαιο για το τι ακριβώς ισχύει.

«Εμείς οι γιατροί έχουμε μια μεγάλη ευθύνη: να σταθούμε στην πρώτη γραμμή του αγώνα απέναντι στη μικροβιακή αντοχή. Κι αυτό απαιτεί προσπάθεια, ώστε διαρκώς να βελτιώνουμε τις γνώσεις και τις πρακτικές μας», σχολίασε με νόημα την έρευνα ο επίτροπος Υγείας και Ασφάλειας Τροφίμων, Βιτένις Αντριουκάιτις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ