ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Περισσότεροι από 200.000 Ελληνες ζουν στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, το μεγαλύτερο πληθυσμιακά ομόσπονδο κρατίδιο της Γερμανίας και περίπου 20.000 στην πρωτεύουσά του, το Ντίσελντορφ. Ο δήμαρχός του, ο Τόμας Γκέιζελ, είναι τόσο φιλέλληνας «που και να τον ψάχναμε δεν θα τον βρίσκαμε εύκολα», όπως χαρακτηριστικά λέει η γενική πρόξενος της χώρας μας στην πόλη, Μαρία Παπακωνσταντίνου. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ομογενείς μας τον φωνάζουν «Θωμά» κι εκείνος το χαίρεται! Δίπλα σε αυτά τα δεδομένα, δύο ακόμα. Ενας καλλιτέχνης με διεθνή ακτινοβολία, που έχει παρουσιάσει το έργο του σε μεγάλα μουσεία πολλών χωρών σε Ευρώπη, Αμερική και Ασία: ο Νίκος Φλώρος, με καταγωγή από την Τρίπολη. Και ένας χορευτής, ο Κρητικός Δάφνις Κόκκινος, που είναι η ψυχή του χοροθεάτρου της Πίνα Μπάους, στο Βούπερταλ· στενός συνεργάτης της θρυλικής χορογράφου για δύο και πλέον δεκαετίες και ένας εκ των συνεχιστών του έργου της.


Από αριστερά, η γενική πρόξενος της Ελλάδας στο Ντίσελντορφ Μαρία Παπακωνσταντίνου, ο δήμαρχος της πόλης Τόμας Γκέιζελ, ο Νίκος Φλώρος και ο επιμελητής της έκθεσης Αριστοτέλης Καραντής.

Με όλα αυτά τα «συστατικά» δεν ήταν έκπληξη η μεγάλη επιτυχία των εγκαινίων της έκθεσης «Χωρίς πατρίδα: Μήδεια - Κάλλας», με επιμελητή τον Αριστοτέλη Καραντή, στο δημαρχείο του Ντίσελντορφ, ένα υπέροχο κτίριο που η ιστορία του ξεκινά το 1570. Εκεί, μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου θα φιλοξενούνται έργα του Νίκου Φλώρου, γλυπτά και επιτοίχια, όλα φτιαγμένα από αλουμίνιο – από κουτιά αναψυκτικών. Εδώ και δεκαπέντε χρόνια, άλλωστε, πρώτη ύλη για τις δημιουργίες του είναι ένα μεταλλικό ύφασμα το οποίο ο ίδιος κατασκευάζει, με μια ιδιαίτερα χρονοβόρα και επίμονη διαδικασία (έχει μάλιστα κατοχυρώσει την πατέντα στη Νέα Υόρκη). Τίποτα άλλο δεν χρησιμοποιεί, ούτε χρώμα. Η χρωματική παλέτα επιτυγχάνεται με συγκεκριμένες «ψηφίδες» από τα κουτάκια. Αυτό ανεβάζει ακόμα περισσότερο τον πήχυ της δυσκολίας. «Οι ζωγράφοι έχουν τους καμβάδες και τις μπογιές τους, οι γλύπτες το μάρμαρο ή το μέταλλο· εγώ ξεκινώ από το μηδέν, γιατί πρέπει να φτιάξω πρώτα το υλικό και στη συνέχεια το έργο», λέει ο ίδιος.

Για κάθε γλυπτό ή πίνακα χρειάζεται περισσότερα από 4.000 τενεκεδάκια. Τι τον τράβηξε σε αυτό το υλικό; «Η ιδέα γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, που αποτελεί την έδρα μου. Σκέφτηκα ότι τα αναψυκτικά μάς προσφέρουν μια στιγμή απόλαυσης και μετά καταλήγουν στα σκουπίδια. Αυτή η γοητεία του εφήμερου με ενέπνευσε. Και, φυσικά, τα λαμπερά χρώματα των κουτιών τους».


Η Τζούλι Σάναχαν και η Τσάι-Σι Γιου, από το θρυλικό Χοροθέατρο Πίνα Μπάους του Βούπερταλ, χόρεψαν τη βραδιά των εγκαινίων εντυπωσιάζοντας τους επισκέπτες.

Πρωταγωνίστριες στην έκθεση είναι η Μήδεια και η Μαρία Κάλλας. Γιατί; «Γιατί και οι δύο κάηκαν στη φλόγα του πάθους τους. Γιατί και οι δύο ουσιαστικά δεν είχαν πατρίδα», εξηγεί ο καλλιτέχνης. Ειδικά η Κάλλας είναι βασική αναφορά σε ό,τι κάνει. «Θα με θεωρήσετε αλαφροΐσκιωτο, μάλλον, αλλά έχω την αίσθηση ότι εκείνη με επέλεξε, δεν την επέλεξα εγώ», μου λέει γελώντας. «Το βράδυ πριν ξεκινήσω να φτιάχνω το πρώτο γλυπτό κουστούμι της, την είδα στον ύπνο μου. Κι όλα αυτά τα χρόνια συνεχίζω να την προσεγγίζω με σεβασμό προς τον μύθο της, αλλά, ταυτόχρονα, και με ενδιαφέρον να εστιάσω στον ψυχισμό της και στην ενέργεια που κληροδότησε στην ανθρωπότητα μέσω της τέχνης της». Αν υποθέσουμε ότι είχε τη δυνατότητα να τη συναντήσει και να της κάνει μόνο μία ερώτηση, ποια θα ήταν αυτή; «Αν είχε μια δεύτερη ευκαιρία, θα εγκατέλειπε την καριέρα της για μια οικογένεια και ένα παιδί; Θα θυσίαζε την τέχνη της;».

Τον Οκτώβριο, στο Πάρκο Γλυπτών του Βούπερταλ, ο Νίκος Φλώρος συνεργάστηκε για πρώτη φορά με το χοροθέατρο της Πίνα Μπάους, σε έναν συναρπαστικό διάλογο της τέχνης του με τον σύγχρονο χορό. Τη βραδιά των εγκαινίων, στο Ντίσελντορφ, η Αυστραλέζα Τζούλι Σάναχαν και η Κορεάτισσα Τσάι-Σι Γιου χόρεψαν μπροστά στο κοινό και εντυπωσίασαν. Στο πλαίσιο της χορογραφίας, που είχε ετοιμάσει ο Δάφνις Κόκκινος, το πάτωμα είχε στρωθεί με σελίδες στις οποίες ήταν γραμμένες, στα ελληνικά και στα γερμανικά, φράσεις από τη «Μήδεια» του Ευριπίδη. «Αν κι έχω γι’ αυτούς πολλούς θανάτους δρόμους, δεν ξέρω ποιον να δοκιμάσω πρώτο...».

Σε μια εποχή κατά την οποία όλα περιστρέφονται γύρω από το μάρκετινγκ, την εικόνα και τους ινφλουένσερς, όπως τονίζει ο Νίκος Φλώρος, ο ίδιος συνεχίζει να αναζητεί την ουσία της τέχνης, αγωνιώντας για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Και το ταξίδι συνεχίζεται. «Γιατί όλα χάνονται στο πέρασμα του χρόνου. Μόνο η ομορφιά μένει, μέσω της τέχνης, και περνάει στο DNA των ανθρώπων». Μακάρι...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ