ΘΕΑΤΡΟ

Μ. Κεχαγιόγλου: «Περίμενα τη Μάσα, τριάντα χρόνια»

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΑΚΑΣΑΣ

«Πρώτη φορά αγαπώ τόσο ένα ρόλο που ερμηνεύω. Μια φράση του Λερμόντοφ περιγράφει τη Μάσα πολύ καίρια: “Στα μάτια της καθρεφτιζόταν η δυσπιστία και μαζί η λαχτάρα να πειστεί”. Την καταλαβαίνω», λέει η Μαρία Κεχαγιόγλου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Τον Τσέχοφ τον περίμενα τριάντα χρόνια, από τις πτυχιακές εξετάσεις της Δραματικής Σχολής που είχαμε παρουσιάσει τον “Βυσσινόκηπο” σε διδασκαλία Ιάκωβου Ψαρρά», εξομολογείται η Μαρία Κεχαγιόγλου. Επειτα από μία σπουδαία διαδρομή στο θέατρο, φέτος ερμηνεύει τη Μάσα στην παράσταση «Τρεις αδελφές» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά στο θέατρο Βεάκη· μία από τις πολυαναμενόμενες του χειμώνα, δίπλα στην Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και την Αθηνά Μαξίμου.

«Κι όμως άξιζε η αναμονή», λέει στην «Κ». «Οσο ανυπόμονη είμαι στην καθημερινή ζωή τόσο αργή είμαι σε βάθος χρόνου. Αφησα και αφήνω τα πράγματα να κυλήσουν μόνα τους. Δεν επιδιώκω, ούτε κυνηγώ, ούτε βάζω στόχους. Ο,τι έρχεται, έρχεται ως μια φυσική συνέχεια και του είμαι ευγνώμων. Αυτό μπορεί να είναι μια έμφυτη διστακτικότητα, ή και μια μοιρολατρική πίστη που λέει “ό,τι θες, αν το θες πολύ, θα έρθει”. Η ευχή “και του χρόνου” ίσως εμπεριέχει τη μεγαλύτερη σοφία».

– Από το Διδυμότειχο όπου γεννηθήκατε και περάσατε τα παιδικά χρόνια, στα Γιάννενα για σπουδές στη Φιλοσοφική, και τελικά στην Αθήνα· αρχικά για σπουδές στη Δραματική Σχολή Εθνικού Θεάτρου και μετά μόνιμη εγκατάσταση. Τι είναι τελικά η ζωή; Δρόμος, περιπέτεια, απλό συμβατικό πέρασμα;

– Θα έλεγα πως είναι «περιπέτεια αγρίως απίθανη», για να δανειστώ λίγο από τη Μαργαρίτα Καραπάνου. Γεννιόμαστε και δεν έχουμε ιδέα τι μας περιμένει. Χαρές και αγωνίες, ξεφαντώματα και έρωτες, απίθανες μετατοπίσεις, θάνατοι και γεννήσεις, τύχες και ατυχίες, και όσο όλα αυτά στοιβάζονται τόσο μένουμε άφωνοι απ’ αυτή τη συγκλονιστική περιπέτεια. Κι όμως, ενώ ξέρουμε πως θα πεθάνουμε, ζούμε σα να μη το γνωρίζουμε. Ποιο είναι το μυστικό για να μη πούμε φράσεις όπως αυτές του Τσεμπουτίκιν ή της Μάσα «η ζωή μου πέρασε σαν αστραπή» και «η ζωή μου πήγε χαμένη»;

Το έργο που ανεβάζουμε έχει να κάνει μ’ αυτό ακριβώς: Πώς ζω κάτι, οτιδήποτε, αφού ξέρω ότι το τέλος είναι αναπόφευκτο και η αποτυχία δεδομένη; Νομίζω ότι όλη η αγωνία που εμπεριέχει η ανθρώπινη ύπαρξη –στην πιο γειωμένη αλλά και ποιητική της διάσταση– αποτυπώνεται στις «Τρεις αδελφές». Και μου φαίνεται αφόρητα σκληρός ο Τσέχοφ. Είναι πολύ τρυφερός στη γραφή του, αγαπάει τον άνθρωπο, αλλά δεν του δίνει διαφυγή. Βάζει τους ήρωες να ονειρεύονται, να ελπίζουν  να μιλούν ασταμάτητα για τις διαφυγές τους αλλά να μη τις κατορθώνουν ούτε στο τόσο. Τους παρουσιάζει τόσο προβληματικούς όσο ανάπηροι νιώθουμε κι εμείς σήμερα. Τέσσερα αδέλφια –γιατί οι τρεις αδελφές έχουν έναν αδελφό, τον Αντρέι– μοιάζουν σαν εγκαταλελειμμένα παιδιά. Η μητέρα αναφέρεται ελάχιστα σα να έχει πεθάνει πριν πολλά χρόνια και ο πατέρας, κι εκείνος πεθαμένος, μια μορφή αυταρχική – όπως άλλωστε ήταν και ο πατέρας του Τσέχοφ. Αυτοί οι τέσσερις νέοι άνθρωποι βρίσκονται εντελώς ανήμποροι όχι μόνο να ζήσουν, να πάρουν πρωτοβουλίες, ευθύνες, αλλά και να συνδεθούν στενά με άλλους ανθρώπους. Οι δύο εξ αυτών διαλέγουν τους πλέον λάθος συντρόφους και πολύ σύντομα νιώθουν εγκλωβισμένοι και οι άλλες δύο δηλώνουν ανίκανες να αγαπήσουν! Το λαχταρούν, αλλά κάτι μέσα τους είναι τόσο μπλοκαρισμένο που δεν τους το επιτρέπει.


«Στις πτυχιακές εξετάσεις της Δραματικής Σχολής είχαμε παρουσιάσει τον “Βυσσινόκηπο” σε διδασκαλία Ιάκωβου Ψαρρά», θυμάται η Μαρία Κεχαγιόγλου. Φωτογραφία από την παράσταση, με την ίδια στον ρόλο της Βάριας και τη συμμαθήτριά της Χριστίνα Παυλίδου ως Αννια.

– Μεταδίδετε έντονο ενθουσιασμό για το έργο...

– Πρώτη φορά αγαπώ τόσο, ρόλο που ερμηνεύω. Μια φράση του Λερμόντοφ περιγράφει τη Μάσα πολύ καίρια: «Στα μάτια της καθρεφτιζόταν η δυσπιστία και μαζί η λαχτάρα να πειστεί». Την καταλαβαίνω. Εκτός απ’ αυτό όμως είναι και κάτι που έχει να κάνει με τη χρονική στιγμή: είμαι πολύ μεγάλη για τη Μάσα. Είναι από τους ρόλους που εδώ και καιρό πια, ήξερα ότι τους είχα χάσει, και έρχεται τώρα και με συγκινεί διπλά. Η σκέψη του Δημήτρη Καραντζά να βάλει ώριμες ηλικιακά ηθοποιούς για τις τρεις αδελφές να επιστρέφουν πίσω σε μια μνήμη, σε ένα χρόνο που δυνητικά θα μπορούσαν να αλλάξουν τα πράγματα, νομίζω ότι επιτείνει τη λαχτάρα και την αγωνία των γυναικών αυτών για ζωή. Δεν μπορώ να μην αναφερθώ στο ότι μια από τις τρεις αδελφές ερμηνεύει η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη η πρώτη –και συγκλονιστική– Μάσα που είδα πριν από 30 χρόνια στην ιστορική πια παράσταση του Ανοιχτού Θεάτρου.

– Η επιστροφή στη χαμένη αθωότητα ωφελεί;

– Η χαμένη αθωότητα πάει μαζί με την παιδικότητα και μιλώντας για εμένα, είναι κάτι που δεν το θυμάμαι. Δεν με θυμάμαι παιδί. Μάλλον κάτι αποχαιρέτησα πολύ νωρίς. Κρίμα, αλλά έτσι είναι. Ισως ένας λόγος που κάνω θέατρο να είναι και αυτός: να ξαναβρώ το παιδί μέσα μου. Κάτι που εννοείται ότι δεν θα το κατορθώσω, αλλά η αναζήτηση και μόνο, με ζωντανεύει.

– Η Ελλάδα πέρασε μία σκληρή δεκαετία. Υπάρχει η αντίληψη ότι μπορούμε να ζήσουμε και να δουλέψουμε για μια νέα εποχή, όπως οι τρεις αδελφές.

– Γιατί, μέχρι τώρα δεν δουλεύαμε; Πάντα υπάρχουν αυτοί που βάζουν πλάτη και αυτοί που κοροϊδεύουν. Εν πάση περιπτώσει είμαι καχύποπτη σε τέτοιες ντιρεκτίβες. Κάνουν τις ζωές μας ένα συνεχές κάτεργο. Πρέπει να έχουμε και το δικαίωμα στην εργασία και το δικαίωμα στην τεμπελιά, αλλιώς όλοι εμείς που δεν έχουμε άλλους τρόπους εκτός από τον βιοπορισμό, θα πεθάνουμε δουλεύοντας. Ούτε είμαι αισιόδοξη για τη νέα δεκαετία σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο κατ’ αρχάς, και κατά συνέπεια και για τη χώρα μας. Η δουλειά από μόνη της δεν μου λέει τίποτα, ειδικά στην Ελλάδα που τρεις χτίζουν και δέκα γκρεμίζουν. Η Μάσα είναι κυνική αλλά και πολύ έξυπνη. Θα έδινε μια ωραία απάντηση, χλευαστική την οποία εγώ αδυνατώ. Επιπλέον, είναι η τελευταία που την απασχολεί η δουλειά. Δεν έχει κουνήσει ποτέ ούτε το μικρό της δαχτυλάκι. Μεγάλωσαν με υπηρέτριες και γκουβερνάντες και ο κύκλος τους είναι στρατιωτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι. Ανήκουν στην αστική τάξη, σνομπάρουν φανερά τους μικροαστούς, και οι περισσότεροι απ’ αυτούς δεν ξέρουν τι θα πει δουλειά. Ο επίλογος του έργου που τις βρίσκει να λένε ότι πρέπει να ζήσουν έχει περισσότερο να κάνει με την ανάγκη τους να συμφιλιωθούν με τη ζωή και τον θάνατο. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ