ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Οικιακή ψυχαγωγία

Είναι από τις ταινίες που θα αποτελούν στο εξής σημείο αναφοράς για τη φιλμογραφία που καλύπτει τη θεματική του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το «1917» προβάλλεται πλέον στις ελληνικές αίθουσες, με την υποσημείωση ότι ο Σαμ Μέντες γύρισε την ταινία με ένα μονοπλάνο, με την κάμερα να καταδιώκει τους δύο πρωταγωνιστές ενώ αυτοί διασχίζουν μια έκταση γεμάτη συντρίμμια, λάσπες, οδοφράγματα, εκρήξεις, συμμάχους, αντιπάλους, νεκρούς. Οι δύο στρατιώτες πρέπει να παραδώσουν ένα μήνυμα. Αυτή είναι η ιστορία, και ο Μέντες την αφηγείται με μνημειώδη ταχύτητα, δημιουργώντας το ισοδύναμο της «Δουνκέρκης» για τον Α΄ Παγκόσμιο. 

Οι ταινίες για τον λεγόμενο «Μεγάλο Παγκόσμιο» είναι, αναμενόμενα, πολύ λίγες σε σχέση με αυτές του Β΄ Παγκοσμίου, ο οποίος αποτελεί σταθερά από τα πιο αγαπημένα θέματα της κινηματογραφικής βιομηχανίας και επισκίασε τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί. Τα παραδείγματα που αξίζει να αναφερθούν είναι πραγματικά περιορισμένα: τα μεσοπολεμικά «Ο Σαρλό στα χαρακώματα» ή «Η μεγάλη αυταπάτη» του Ζαν Ρενουάρ, αργότερα ο Κιούμπρικ γύρισε το «Σταυροί στο μέτωπο», υπάρχουν βεβαίως τα «Δόκτωρ Ζιβάγκο» και «Ο Λόρενς της Αραβίας», που εμμέσως θεωρούνται ταινίες για τον Α΄ Παγκόσμιο, το κλασικό «Ο Τζόνι πήρε το όπλο του» του Τράμπο και το «Καλλίπολη» του Πίτερ Γουίαρ, τα πιο σύγχρονα γαλλικά «Καλά Χριστούγεννα» του Καριόν και «Οι ατελείωτοι αρραβώνες» του Ζενέ και το αριστούργημα «Η λευκή κορδέλα» του Μίχαελ Χάνεκε, από τις καλύτερες κινηματογραφικές στιγμές του τρέχοντος αιώνα. 

Θα είχε ενδιαφέρον η εξής διαδοχική προβολή: να παρακολουθούσαμε πρώτα τα υπνωτιστικά, ασπρόμαυρα πλάνα του Χάνεκε, σε έναν συμβολικό κόσμο παραμονές του πολέμου, και αμέσως μετά το ξέφρενο κυνηγητό του Μέντες στο πεδίο της μάχης. Σοκ.

 


© alamy/visualhellas.gr

 

Παραμένοντας στη μνήμη

Ο Πίτερ Τζάκσον θα είναι για πάντα ο σκηνοθέτης του «Άρχοντα των δαχτυλιδιών», ο άνθρωπος που έδωσε ζωή στο σύμπαν του Τόλκιν, ωστόσο το πρότζεκτ που επιμελήθηκε πέρυσι ήταν εντελώς διαφορετικό. Ο Τζάκσον, λοιπόν, σκηνοθέτησε το ντοκιμαντέρ «They Shall Not Grow Old», επεξεργαζόμενος αρχειακό υλικό εκατό ετών, προσθέτοντας χρώμα στις εικόνες και φωνή από μαρτυρίες ανθρώπων που πολέμησαν στις μάχες του Α΄ Παγκοσμίου. Με τη βοήθεια της τεχνολογίας, ο Νεοζηλανδός σκηνοθέτης μάς βοήθησε να κοιτάξουμε μέσα από τα μάτια των παρόντων μια στιγμή στην ιστορία που τη γνωρίζουμε κυρίως μέσα από κακής ποιότητας ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Κατάφερε έτσι να διατηρήσει στη μνήμη μας τους χιλιάδες ανώνυμους πρωταγωνιστές του πολέμου, τους ανθρώπους που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή – ένας από αυτούς ήταν και ο παππούς του Τζάκσον, στον οποίο και αφιερώνει το ντοκιμαντέρ. Ο τίτλος (σπαρακτικός από μόνος του) προέρχεται από έναν στίχο του Λόρενς Μπίνιον και αναφέρεται, προφανώς, στους πεσόντες. «Πήγαν στη μάχη με τραγούδια, ήταν νέοι», γράφει κάπου αλλού ο ποιητής. «Δεν θα τους ξεχάσουμε». 

Η χαμένη νιότη

Λογοτεχνικά ο Α΄ Παγκόσμιος καλύπτεται πρωτίστως από συγγραφείς που βρέθηκαν στο μέτωπο, όπως ο Γιάροσλαβ Χάσεκ («Ο καλός στρατιώτης Σβέικ», εκδ. Μίνωας), ο Χέμινγουεϊ («Αποχαιρετισμός στα όπλα», εκδ. Καστανιώτη) ή ο  Έριχ Μαρία Ρεμάρκ («Ουδέν νεώτερον από το δυτικόν μέτωπον», εκδ. Μίνωας). Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα ακόμα μυθιστόρημα του Ρεμάρκ, με τίτλο «Ο μαύρος οβελίσκος» (εκδ. Κέδρος), στο οποίο περιγράφεται η οικονομική, κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα της ζωής όπως προέκυψε τα χρόνια που ακολούθησαν, της εποχής που κατέληξε στον Β΄ Παγκόσμιο. Μια τραγική ωδή στη χαμένη νιότη, που ξοδεύτηκε στα χαρακώματα και διακοσμήθηκε με εφιάλτες. «Κάθε μέρα πεθαίνουμε κι από λίγο», γράφει σε κάποιο σημείο ο Ρεμάρκ, «μα κάθε μέρα ζούμε και από λίγο περισσότερο».

Κυκλοφόρησε επίσης το «Κάποιοι όχι...» (εκδ. Εξάντας), το πρώτο από τα τέσσερα μέρη του επικού έργου του Φορντ Μάντοξ Φορντ «Το τέλος της παρέλασης», στο οποίο ο Βρετανός συγγραφέας παρακολουθεί την πορεία της ζωής του αριστοκράτη Κρίστοφερ Τίτζενς, με τον πόλεμο να βρίσκεται άλλοτε στο περιθώριο και άλλοτε στο επίκεντρο – «το καλύτερο μυθιστόρημα που έχει γραφτεί για τον Α΄ Παγκόσμιο» και «το καλύτερο μυθιστόρημα που έχει γραφτεί για τη φύση της βρετανικής κοινωνίας», σύμφωνα με τον Άντονι Μπέρτζις. Η τετραλογία μεταφέρθηκε με τον ίδιο τίτλο στην τηλεόραση το 2012, σε μια συμπαθητική μίνι σειρά, με τον Τομ Στόπαρντ να υπογράφει τη διασκευή του σεναρίου. ■

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ