Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Νότης Μηταράκης: Τούμπα και σωφρονισμός

Η κωλοτούμπα δεν είναι κωλοτούμπα. Είναι άσκηση αυτοβελτίωσης. Αυτό περίπου ήταν το σκεπτικό της κυβέρνησης για να δικαιολογήσει την επανίδρυση του καταργηθέντος υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής. Δοκιμάσαμε· δεν πετύχαμε όσα θέλαμε· διορθώνουμε.

Η κυβέρνηση δεν είχε προετοιμαστεί –και, σύμφωνα με την επιεικέστερη εκδοχή, δεν θα μπορούσε να έχει προετοιμαστεί– για το πρόβλημα.

Πιασμένη στις συμπληγάδες της αύξησης των εισόδων και της εσωτερικής πίεσης από το ακροατήριό της, δοκίμαζε οργανωτικά ενδύματα: Από το Προστασίας του Πολίτη, στον αναβαθμισμένο ρόλο του Εσωτερικών και στον στρατηγό που θα εξουδετέρωνε την απειλή διά του «στρατωνισμού».

Ο χαρτοπόλεμος με τα χαρτοφυλάκια αντανακλά τη νευρική αμηχανία απέναντι στη μόνη εστία σοβαρού πολιτικού κόστους που έχει εμφανιστεί στο μετεκλογικό εξάμηνο – αμηχανία που καθίσταται περισσότερο έκδηλη εξαιτίας της μιντιακής υπερδραστηριότητας ορισμένων στελεχών της συμπολίτευσης.

Τον πήχυ για την κυβέρνηση ανέβαζαν οι ίδιοι οι υπουργοί της, που, αν και αναρμόδιοι, ιππεύουν το κύμα της δυσανεξίας για το προσφυγικό, εξαπολύοντας ακόμη και τζάμπα τορπίλες για «καθυστερήσεις».

Λιγότερο ή περισσότερο ανοιχτά, οι βουλευτές της Ν.Δ. στην περιφέρεια παραμένουν σκοπίμως ασυντόνιστοι με τον κυβερνητικό προγραμματισμό.

Η επιλογή του προσώπου για το αναστημένο υπουργείο Μετανάστευσης έχει και τον χαρακτήρα εσωκομματικού μηνύματος. Ο Νότης Μηταράκης προάγεται σαν υπόδειγμα πολιτικής αυτοθυσίας, επειδή εμφανίστηκε ενώπιον των εκλογέων του για να υποστηρίξει την κυβερνητική πολιτική· επειδή, αντί να υποδαυλίσει σιωπηρώς την αγανάκτηση, όπως πολλοί συνάδελφοί του, αναμετρήθηκε μαζί της.

Η ανάγκη να αξιοποιηθούν σωφρονιστικά οι εικόνες από τα επεισόδια στο δημαρχείο της Χίου, φαίνεται ότι καθόρισε την επιλογή, υποσκελίζοντας αμφιβολίες περί επιχειρησιακής επάρκειας – αμφιβολίες που προϋπήρχαν της ακανθώδους συγκατοίκησης του Μηταράκη με τον πρώην προϊστάμενό του στο υπουργείο Εργασίας.

Πέρα από τη συμβολική επανεκκίνηση, η επανίδρυση του υπουργείου δεν φαίνεται από μόνη της ικανή να αλλάξει τον ρου της προσφυγικής πολιτικής της κυβέρνησης.

Ακόμη και αν ο σκοπός του καλύτερου διοικητικού ρυθμού εκπληρωθεί –ακόμη κι αν ομογενοποιηθεί το πολυκέφαλο πρότζεκτ–, ο πυρήνας του πολιτικού προβλήματος θα εξακολουθεί να χρειάζεται παρεμβάσεις άλλου τύπου.

Χρειάζεται το κυβερνών κόμμα να πείσει πρώτα τον εαυτό του, σε όλες τις διακλαδώσεις του.

Αντώνης Σαμαράς: Πλην Μεσσηνίων

Παρελάσεις και κάλαντα. Τσαρούχι και κόκκινο χαλί. Πανηγυρικοί και εκκλησιασμοί. Τι άλλο είναι η προεδρία; Τι άλλο απαιτεί το αξίωμα παρά πίστη σε αυτή την εθνικοθρησκευτική εθιμοτυπία;

Με αυτά τα κριτήρια, ο απερχόμενος ήταν επαρκής Πρόεδρος. Και με τα ίδια κριτήρια, θα μπορούσε επαρκέστερα να τον είχε διαδεχθεί ο Αντώνης Σαμαράς.

Δεν χρειάζεται κανείς να συγκρίνει τους δύο άνδρες – σύγκριση που θα προκαλούσε σε αμφοτέρους αλλεργικό σοκ. Οι μεγάλες διαφορές τους –στις οποίες ίσως θα ξεχώριζε ότι ο Σαμαράς βρέθηκε στα πράγματα σε περίοδο όχι πελατειακής αμεριμνησίας, αλλά εθνικής κρίσης– δεν αναιρούν την κοινή καταγωγή τους: ανήκουν στη συντηρητική παράταξη του προηγούμενου αιώνα.

Η ομοιότητα κατέστη περισσότερο ορατή εξ αντιδιαστολής, από την αντισυμβατική επιλογή του πρωθυπουργού για την προεδρία.

Επιλέγοντας την Αικατερίνη Σακελλαροπούλου, ο Μητσοτάκης επιχειρεί να διαρρήξει το παραδοσιακό σχήμα του θεσμού. Με την απουσία του από την ψηφοφορία, ο Αντώνης Σαμαράς δείχνει να εκλαμβάνει σαν προσωπικό μήνυμα την πρωθυπουργική χειρονομία: Ελλείψει πολιτικού σκεπτικού, με μόνη τη δικαιολογία της ανειλημμένης υποχρέωσης, ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός μεταφράζει σιωπηρώς την επιλογή της Σακελλαροπούλου σαν εντολή αποστρατείας του παλαιού πολιτικού προσωπικού.

Η αλήθεια είναι ότι αυτές οι αποστρατείες δεν επιβάλλονται στιγμιαία, με μια πράξη. Συντελούνται αργά, όπως συνέβη και με τους πρωταγωνιστές της κρίσης, που έχασαν σταδιακά την επιρροή τους, αν όχι και την επαφή τους με τα πολιτικά συμφραζόμενα του παρόντος.

Στην περίπτωση του Σαμαρά, η επιρροή φάνηκε –και εξαντλήθηκε– στις δηλώσεις ευάριθμων στελεχών που του έδειχναν την ευγνωμοσύνη τους, προτείνοντάς τον για την προεδρία. Ηταν μια άτυπη καμπάνια που εκτυλίχθηκε παράλληλα με την προώθηση της επανεκλογής του απερχόμενου Προέδρου, στην οποία συντάχθηκαν στελέχη όπως η Ντόρα Μπακογιάννη και ο Νικήτας Κακλαμάνης.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι το βαθύ κόμμα, σε όλες του τις ιστορικές συνιστώσες, προσπάθησε να πιέσει τον Μητσοτάκη και να εκμαιεύσει από αυτόν τη μία ή την άλλη επιλογή. Προσπάθησε, αλλά δεν τον βρήκε εκεί.

Αντι να μπει στη βάσανο της εξισορρόπησης των πιέσεων και της εσωκομματικής διανομής, ο πρωθυπουργός απλώς άλλαξε γήπεδο. Αλλαξε εποχή.

Οχι, οι αποστρατείες στην πολιτική δεν διατάσσονται. Δεν είναι κάτι που σου επιβάλλεται. Είναι κάτι που παθαίνεις μόνος, χωρίς να το καταλάβεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ