ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

«Παγιδευμένος» στο κορμί ενός σταρ;

ΝΙΚΟΛΑΣ ΖΩΗΣ

O Mπραντ Πιτ σε σκηνή από την «Απίστευτη ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον» του Ντέιβιντ Φίντσερ, μία από τις τέσσερις ταινίες που του έχουν χαρίσει οσκαρικές υποψηφιότητες.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σε λίγες ώρες θα διεκδικήσει ένα χρυσό αγαλματάκι για την ερμηνεία του ως Κλιφ Μπουθ, στην ταινία «Κάποτε στο Χόλιγουντ» του Κουέντιν Ταραντίνο. Είναι ένας ρόλος που, αν και «δεύτερος», λειτουργεί παραπάνω από υποστηρικτικά στον πρωταγωνιστή Λεονάρντο Ντι Κάπριο – και ο Μπραντ Πιτ φαίνεται να το γνωρίζει καλά. Η άνεση, η ψυχραιμία και η λακωνικότητα, η αταραξία την οποία εμφυσά στον κασκαντέρ που υποδύεται, προκύπτουν μάλλον από  τις σχεδόν τρεις δεκαετίες που μετράει στο κουρμπέτι. Και αν ένα τέτοιο συμπέρασμα είναι επισφαλές, μια ματιά στην άλλη εφετινή ταινία του ανδρός, ίσως το ενισχύσει: στο «Ad Adstra» του Τζέιμς Γκρέι, ο Πιτ είναι ένας αστροναύτης εξίσου διακριτικός και λιγομίλητος. Η διαφορά είναι ότι στη δεύτερη ταινία, οι ίδιες ιδιότητες πηγάζουν, σεναριακά μιλώντας, από άρρητα συναισθήματα και όχι από μια γενική απερισκεψία. Εστω κι έτσι, το κοινό υπόβαθρο παραμένει και δεν οφείλεται ακριβώς σε τυποποίηση.

Υπάρχει εδώ «κάτι παραπάνω από ένα ανακουφιστικά όμορφο παρουσιαστικό», όπως τουλάχιστον υποστηρίζει η κριτικός κινηματογράφου των New York Times, Μανόλα Ντάργκις. Σε πρόσφατο άρθρο της για την εξωτερική εμφάνιση του Μπραντ Πιτ ως παράγοντα υποτίμησης της υποκριτικής του δεινότητας, επισημαίνει κατ’ αρχάς ότι το κάλλος μπορεί να συνιστά παγίδα και για τον άρρενα πληθυσμό της σόουμπιζ.

Τον... ψέκασε με Evian

Ειδικά στην περίπτωση του Πιτ, το πρόβλημα έχει και απαρχή, η οποία εντοπίζεται στο «Θέλμα και Λουίζ» του Ρίντλεϊ Σκοτ, σε εκείνη τη σκηνή της ταινίας όπου η κάμερα εστιάζει στο γυμνό στέρνο και στο πρόσωπο του ηθοποιού, σαν οπτικό ισοδύναμο χαδιού. Λέγεται ότι ο Σκοτ ψέκασε τον Πιτ με νερό Evian για ακόμη μεγαλύτερη γυαλάδα και ίσως αυτό ήταν το παράδειγμα που έκτοτε θα ακολουθούσαν ένα σωρό φωτογραφικοί φακοί και περιοδικά. Από την πλευρά τους, αρκετοί δημοσιογράφοι και κριτικοί υμνούσαν τα πρανή της ξανθιάς του κώμης (η οποία δοξάστηκε στους «Θρύλους του πάθους» του Εντουαρντ Τσβικ) ή έκαναν λόγο για έναν ερμηνευτή που βρίσκεται παγιδευμένος στο κορμί ενός σταρ. Η ωραιότητα αντιμετωπιζόταν ως κάτι το ρηχό και ανόητο, υπεύθυνο για ανάλογα συναισθήματα.

Οχι ότι ο Μπραντ Πιτ δεν εκπέμπει τη σχεδόν χειροπιαστή αυτοπεποίθηση που συνήθως συνοδεύει τους ευειδείς ηθοποιούς. Ειδικά στο «Κάποτε στο Χόλιγουντ», ο άνθρωπός μας, είτε οδηγεί, είτε βαδίζει, είτε ανεβαίνει σε μια οροφή για να επισκευάσει ημίγυμνος μια χαλασμένη κεραία, το κάνει με μια σιγουριά που μοιάζει με κομμάτι της ιδιοσυγκρασίας του – εκτός από οδηγία του σκηνοθέτη. Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο περιοδικό των New York Times, ο ίδιος ο Πιτ έλεγε ότι την όποια άνεση την απέκτησε με τον καιρό, αποδεχόμενος τη ζωή, τα ελαττώματά του, τις ελλείψεις του. Δεν ήταν πάντα έτσι: τα πρώτα 15 χρόνια της καριέρας του σχεδόν πνιγόταν από τους ρόλους του. Στην «Τροία» του Βόλφγκανκ Πέτερσεν ασφυκτιούσε στο κέντρο κάθε πλάνου. Κατά τη γνώμη του, «ήταν σαν κάθε λήψη να φώναζε “Να ο ήρωας!”. Δεν υπήρχε κανένα μυστήριο».


«Eβλεπα παλιές φωτογραφίες μου και σκεφτόμουν “αυτός ο πιτσιρικάς φαίνεται να είναι καλά’’».

Από όλους τους ρόλους του, εκείνος που περιέπλεκε την προσωπικότητα και τη δημόσια εικόνα του Πιτ, αντί απλώς να την εκμεταλλεύεται, ίσως ήταν εκείνος του Τάιλερ Ντέρντεν στο «Fight Club» του Ντέιβιντ Φίντσερ. Η ταινία επιχειρούσε να προσεγγίσει κριτικά την εκδοχή της ανδρικής ταυτότητας που ευνοούσε ο καταναλωτισμός του ύστερου 20ού αιώνα, καταδεικνύοντας τις αντιφάσεις της. Δεν είναι βέβαιο ότι τα κατάφερε, σίγουρα όμως παρουσίασε έναν Πιτ αιματοβαμμένο και καλογυμνασμένο, ο οποίος, για λόγους που θα είχε ενδιαφέρον να διερευνηθούν, αγαπήθηκε και από το ανδρικό κοινό. Αντιστοίχως, ο ίδιος ο ηθοποιός δεν πρέπει να ένιωθε τη δημοτικότητά του να απειλείται όταν συμπρωταγωνιστούσε με τον Εντουαρντ Νόρτον ή αργότερα με τον Τζορτζ Κλούνεϊ στη «Συμμορία των έντεκα» του Στίβεν Σόντερμπεργκ.

Ο ρόλος του στο «Κάποτε στο Χόλιγουντ», πλάι στον Ντι Κάπριο, μοιάζει κι αυτός με πολλούς τρόπους υποστηρικτικός.

Αν, πάντως, θελήσουμε να τον αδικήσουμε καταμετρώντας τα Οσκαρ του, θα διαπιστώσουμε ότι ίσα που έχει αγγίξει εκείνο της καλύτερης ταινίας, ως συμπαραγωγός του «Δώδεκα χρόνια σκλάβος». Στο παρελθόν, οι ερμηνευτικές του δυνατότητες του έχουν χαρίσει οσκαρικές υποψηφιότητες άλλες τρεις φορές: για τους «Δώδεκα πιθήκους» του Τέρι Γκίλιαμ, την «Απίστευτη ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον» του Φίντσερ και το «Moneyball» του Μπένετ Μίλερ.

Είναι άραγε η εμφάνισή του ένα εργαλείο που το χρησιμοποιεί είτε συμβατικά είτε ανορθόδοξα, προκειμένου να επιτύχει ένα συγκεκριμένο υποκριτικό αποτέλεσμα; Παραδόξως, η σχετική απάντηση του Μπραντ Πιτ σε εκείνη τη συνέντευξη στο New York Times Magazine ήταν αρνητική.

Δεν μπορούσε, έλεγε, να γνωρίζει πώς ερμηνεύεται η εικόνα του. «Υπήρχαν περιπτώσεις που έβλεπα παλιές φωτογραφίες μου και σκεφτόμουν “αυτός ο πιτσιρικάς φαίνεται να είναι καλά”», κατέληγε. «Μέσα μου όμως, δεν ένιωθα έτσι. Το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του ’90 το πέρασα κρυμμένος, καπνίζοντας μαριχουάνα. Ολη αυτή η προσοχή με έφερνε σε υπερβολικά δύσκολη θέση. Και έπειτα βρέθηκα σε ένα σημείο όπου είχα την επίγνωση ότι φυλακίζω τον εαυτό μου. Τώρα πια βγαίνω έξω και ζω τη ζωή και οι άνθρωποι είναι γενικά πολύ άνετοι με αυτό».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ