Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Γιάννης Βρούτσης: Θάβοντας πυλώνες

Ηταν 15 Ιουνίου 2019. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδινε μία από τις τελευταίες του προεκλογικές συνεντεύξεις, περιγράφοντας ξανά το σχέδιό του για το ασφαλιστικό. Θα δημιουργούσε, έλεγε, έναν κεφαλαιοποιητικό πυλώνα, «έναν ατομικό κουμπαρά» για κάθε νέο ασφαλισμένο. Ο εργαζόμενος «γνωρίζει πόσο είναι αυτός ο κουμπαράς, τον βλέπει να τοκίζεται, τον διαχειρίζεται... Και αυτός ο κουμπαράς, που είναι η επικουρική σύνταξή του, θα ξέρει τι αξία έχει».

Στο ασφαλιστικό που έφερε η κυβέρνηση, τέτοιος πυλώνας δεν υπάρχει – παρότι ο πρωθυπουργός τον είχε παρουσιάσει ως εχέγγυο για να ξαναπιστέψουν οι νέοι ότι κάποτε, όντως, θα πάρουν σύνταξη. Η Ν.Δ. το ’πε, αλλά δεν το ’κανε. Τι μεσολάβησε;

Η ημιεπίσημη εξήγηση είναι ότι ο κεφαλαιοποιητικός πυλώνας θα έρθει αργότερα. Κάποτε. Η εξήγηση αυτή «κουρεύει» τον υπουργό που διαφημίζει ότι εισάγει «τη» μεταρρύθμιση.

Η άλλη εξήγηση είναι ότι ο Βρούτσης δεν εργάστηκε ποτέ γι’ αυτό το σκέλος του προγράμματος της Ν.Δ. Δεν το ήθελε και γι’ αυτό δεν ήθελε ούτε τον υφυπουργό που το προωθούσε – και που, με μια κλωτσιά προς τα πάνω, βρέθηκε υπουργός Μετανάστευσης. Μπορεί ένας υπουργός να καταπιεί ένα κεφάλαιο του κυβερνητικού προγράμματος;

Η τρίτη εξήγηση λέει ότι η καθιέρωση κεφαλαιοποιητικού πυλώνα θα στερούσε από το σύστημα μέρος των εισφορών των νέων, χάρη στις οποίες πληρώνονται οι τωρινές συντάξεις. Θα απαιτούνταν προσαρμογές με πολιτικό κόστος. Προτιμήθηκε η αθόρυβη μάσηση των εξαγγελιών.

Ετσι, καταλήξαμε στο σχέδιο Βρούτση, που είναι το σχέδιο Κατρούγκαλου χωρίς μπούκλες. Κυρίως, χωρίς τα βάρη που ο Κατρούγκαλος είχε επισωρεύσει στους αυτοαπασχολούμενους, στους οποίους δίνεται τώρα η ευχέρεια να επιλέξουν πολύ χαμηλότερες εισφορές. Δημιουργείται έτσι ανισότητα μεταξύ αυτοαπασχολουμένων και μισθωτών· και κίνητρο μετατροπής σχέσεων εξαρτημένης εργασίας σε «μπλοκάκια» χαμηλού κόστους.

Αυτό που δεν δημιουργείται είναι ένα σύστημα όπως το είχε υποσχεθεί η Ν.Δ.: πιο δίκαιο για τους νέους και, κυρίως, πιο ανεξάρτητο από τον προϋπολογισμό. Η μαμή της χρεοκοπίας –το ασφαλιστικό, για το οποίο η κρατική επιχορήγηση για την περίοδο 2010-2018 ξεπέρασε τα 250 δισ.– μένει άθικτη.

Ο Βρούτσης λέει ότι θα παρουσιάσει αναλογιστική μελέτη που θα αποδεικνύει τη βιωσιμότητα του συστήματος. Οπως σχολιάζει ένας από τους ειδήμονες, τέτοιες λογιστικές αποτυπώσεις είναι σαν τον μαγικό καθρέφτη. Τον ρωτάς, καθρέφτη-καθρεφτάκι μου, είμαι βιώσιμο; Και εκείνος είναι φτιαγμένος για να σου απαντήσει ναι.

Ο Βρούτσης ξέρει από καθρέφτες. Είχε σώσει «οριστικά» το ασφαλιστικό και το 2014. Τώρα, ετοιμάζεται να το ξανασώσει οριστικότερα. Βιωσιμότερα.

Γιώργος Αδαμίδης: Δεσμώτες του λιγνίτη

«Το σώμα μου βυθιζόταν κάτω από το έδαφος και γινόταν μαύρο σαν τη νύχτα. Κι από πάνω, ήχος από οπλές αλόγων και κόσμος που έτρεχε να σωθεί».

Η μεγάλη απεργία των ανθρακωρύχων πριν από τριάντα πέντε χρόνια στη Μεγάλη Βρετανία εξιδανικεύτηκε, μυθοποιήθηκε και νεκρολογήθηκε ακόμη και από τους Pulp, το 2002 – στο «The Last Day of The Miners’ Strike».

Από αυτή την κοίτη σοσιαλιστικού ρομαντισμού ήπιε ο πρόεδρος της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ και εμπνεύστηκε το μανιφέστο του κατά του κυβερνητικού σχεδίου για την απεξάρτηση της Δυτικής Μακεδονίας –και δευτερευόντως της Αρκαδίας– από τον λιγνίτη. Eρχονται, έγραψε ο Γιώργος Αδαμίδης, τα εγγόνια της Θάτσερ. Και θα μας κάνουν Μάντσεστερ.

Το Μάντσεστερ δεν το εννοούσε με την παρούσα, ανθηρή του έννοια. Εννοούσε την πόλη του παρελθόντος, που, όπως όλος ο Βορράς της Αγγλίας, αναγκάστηκε να αλλάξει τον προσανατολισμό που είχε από την πρώτη βιομηχανική επανάσταση.

Από την οπτική γωνία της Αθήνας, η άρνηση των συνδικαλιστών της ΔΕΗ στην απολιγνιτοποίηση μοιάζει ακατανόητη. Πώς μπορεί να μη θέλουν να προετοιμαστούν για το μοιραίο; Πώς μπορεί να αντιδρούν στο όνομα «του μέλλοντος των παιδιών τους»; Δεν βλέπουν τον φαγωμένο τόπο γύρω τους; Δεν νιώθουν όμηροι κάτω από το έδαφος – μαύροι σαν τη νύχτα;

Αυτό που στο μάτι του αποστασιοποιημένου παρατηρητή φαίνεται σαν περιβαλλοντική δυστοπία, για τους ανθρώπους που ζουν από τον λιγνίτη είναι η μόνη γνωστή πραγματικότητα. Οποιοσδήποτε άλλος στη θέση τους θα ζητούσε αναβολή του αναπότρεπτου.

Η κυβέρνηση δεν έχει την πολυτέλεια αυτού του ανθρωπινότατου παραλογισμού. Αναβολή σημαίνει επιδείνωση των συνθηκών της μετάβασης εις βάρος αυτών που την καταγγέλλουν.

Ανώδυνη μετάβαση δεν υπάρχει. Η ανεργία, η εσωτερική μετανάστευση, τα τοξικά πολιτικά κατάλοιπα στην τοπική κοινωνία δεν θα αποφευχθούν. Παράδειγμα, ο χιλιοτραγουδισμένος αρχηγός των ανθρακωρύχων: Ο 82χρονος πια Arthur Scargill κατέληξε κήρυκας του Brexit και απολογητής του Μπόρις Τζόνσον. Ομως, στο εγχείρημα της απολιγνιτοποίησης κρίνεται κάτι πολύ πιο σημαντικό από το σθένος της κυβέρνησης – και το συνακόλουθο πολιτικό κόστος. Κρίνεται η ίδια η ικανότητα του ελληνικού κράτους να σχεδιάζει και να υλοποιεί εγχειρήματα τέτοιου βεληνεκούς.

Για την κυβέρνηση, η υπόθεση δεν έχει μόνο κόστος. Εχει και την άδηλη ακόμη ευκαιρία να εγκατασταθεί εκείνη στον χώρο του πράσινου, μεταρρυθμιστικού Κέντρου, που ο κοντόφθαλμος συντηρητισμός της αντιπολίτευσης είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα της παραχωρήσει.

Η Θάτσερ, πάντως, δεν έχασε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ