ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου, κατά την άποψή μου, είναι από τις πιο σοβαρές και συνεπείς συγγραφείς που διαθέτουμε στη χώρα. Μας προσφέρει συστηματικά και με επιτυχία περιπέτειες του φανταστικού, σύγχρονα παραμύθια για ενήλικες. Είμαι σίγουρη ότι εάν έγραφε σε άλλη γλώσσα, οι ιστορίες της θα μεταφέρονταν με επιτυχία στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο.

Αυτό που φανταζόμουν για εκείνη επιβεβαιώθηκε με τη συνάντησή μας. Δεν είναι μόνον συνεπής και ακούραστη στην τέχνη της, είναι συνεπής ως άνθρωπος με τις αρχές της. Αυτό ίσως την κάνει ακόμα μεγαλύτερη συγγραφέα. Από τις εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορεί το δεύτερο μέρος της τριλογίας της με τίτλο «Ο δράκος της Πρέσπας ΙΙ, Κεχριμπαρένια έρημος».

– Διαθέτατε φαντασία ως παιδί;
– Είχα μάλλον τη φαντασία που είχαν όλα τα παιδιά. Η αποκάλυψη στην παιδική μου ηλικία ήταν τα δύο χρόνια που πέρασα στο Λονδίνο, από τα 8 έως τα 10 έτη. Βρεθήκαμε εκεί εξαιτίας της δουλειάς του πατέρα μου. Eφυγα από ένα τελείως διαφορετικό σχολικό περιβάλλον και μπήκα σε ένα άλλο σύστημα εκπαίδευσης. Εκεί νομίζω απογειώθηκε η φαντασία μου. Ακόμα αντλώ έμπνευση από εκείνη την περίοδο. Το σχολείο είχε πάρα πολύ θέατρο, το role play στην τάξη ήταν σημαντικό. Oταν γύρισα πίσω στην Ελλάδα η προσαρμογή μου ήταν πολύ δύσκολη. Αλλά πια μέσα μου είχα μπει σε έναν άλλο κόσμο και ζούσα. Eγραφα στην Ελλάδα ιστορίες φαντασίας στο σχολείο και μου τις κοκκίνιζε η δασκάλα.

– Τι θέλατε να σπουδάσετε;
– Δεν ήξερα τι ήθελα να σπουδάσω, απλώς ήθελα να φύγω από το σπίτι μου. Τελικά βρέθηκα στη Ρόδο να σπουδάζω τουριστικά. Φανταζόμουν τον εαυτό μου ως άνθρωπο του θεάτρου. Eπαιζα κι έγραφα θέατρο από την εφηβεία μου ερασιτεχνικά. Πίστευα ότι σχετιζόμουν περισσότερο με τους καλλιτέχνες του δρόμου, γι’ αυτό και το πρώτο μου βιβλίο αφορά αυτό τον χώρο, ακροβάτες κ.λπ. Hταν έκπληξη για εμένα ότι στα τριάντα μου έγραψα μυθιστόρημα. Το πρώτο μου το έγραψα τελείως πειραματικά, με μια διάθεση να το δοκιμάσω. Η ειρωνεία είναι ότι είχα γράψει θεατρικά αλλά δεν είχαν καμία τύχη. Μέχρι να πω μέσα μου ότι είμαι συγγραφέας, έφτασα στο τρίτο βιβλίο. Μέχρι τότε θεωρούσα ότι είμαι περαστική από τη λογοτεχνία.

– Πότε γράφετε;
– Oλη την ημέρα. Αν, ας πούμε, πάρω άδεια για να γράψω ξυπνάω πολύ πρωί και γράφω μέχρι αργά τη νύχτα. Και είναι οι ωραιότερες στιγμές της ζωής μου. Τα βιβλία που γράφω δεν βγαίνουν αλλιώς, γιατί κάθε βιβλίο γράφεται περίπου για πέντε χρόνια.

– Φαντάζομαι διαβάσατε Τόλκιν.
– Τη λογοτεχνία του φανταστικού τη διάβασα μετά τα τριάντα μου. Μέχρι τότε διάβαζα ό,τι διάβαζε η γενιά μου. Με εξαίρεση τον Ουμπέρτο Eκο που τον διάβασα 14 ετών κι έπαθα σοκ. Δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι μπορούσε κάποιος να γράψει παραμύθι και ταυτόχρονα να είναι ιστορικό, αστυνομικό και απολύτως ενήλικο ανάγνωσμα.

Αυτό ίσως προσπαθώ. Να είναι πολύ δυνατό το παραμύθι, να μη το φέρω κοντά στον συμβατικό ρεαλισμό και από εκεί και πέρα όλα τα υπόλοιπα να είναι ρεαλιστικά. Αλλά ο μύθος να είναι μύθος. Να μπορεί να ξεδιπλωθεί και να φτάσει εκεί όπου δεν θα έφτανε ένα ρεαλιστικό βιβλίο.


«Αυτό το βιβλίο αφορά τα σύνορα έξω μας και μέσα μας, οπότε οι Πρέσπες ήταν το καταλληλότερο τοπίο γι’ αυτήν τη ρευστότητα».

 

– Είστε ακριβοθώρητη.
– Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω facebook, σπάνια κάνω παρουσιάσεις. Μόλις στο προηγούμενο βιβλίο μου έκανα την πρώτη παρουσίαση. Δουλεύω πάρα πολύ και όλο τον υπόλοιπο χρόνο που έχω γράφω. Με φέρνουν σε αμηχανία οι παρουσιάσεις, οπότε πηγαίνω μόνο όπου με προσκαλούν.

– Τι σας δυσκολεύει στην έκθεση;
– Με απελπίζει το ότι είναι τόσο λίγο αυτό που μπορώ να πω σε σχέση με το πολύ που είναι το βιβλίο. Και αυτό δεν αφορά στο εάν είναι καλό ή κακό το βιβλίο.

– Δεν έχετε την αγωνία μήπως και το βιβλίο σας δεν τύχει της προσοχής που του αρμόζει;
– Αυτή την αγωνία πρέπει να την έχει ο εκδότης. Εγώ έχω την αγωνία να γράψω. Από την άλλη, δεν γνωρίζω ποια είναι η προσοχή που αρμόζει στο βιβλίο μου. Και εάν θέλω να είμαι απόλυτα ειλικρινής όταν έχει τελειώσει η συγγραφή του κάθε βιβλίου, έχω κάνει τέτοιο ταξίδι που νιώθω ότι είμαι ήδη πλήρης. Στο τέλος του βιβλίου αυτό που ήθελα να πάρω το πήρα. Κανένα μου βιβλίο δεν είναι τέλειο, γιατί εγώ δεν είμαι τέλεια. Αλλά στον χρόνο που έχω αυτό καταθέτω.

– Οι Πρέσπες είναι ένα τοπίο του φανταστικού από μόνες τους. Γιατί τις επιλέξατε;
– Μέσα σε μια τεράστια λίμνη σαν θάλασσα που δεν βλέπεις πουθενά ορίζοντα, μέσα εκεί στο τόσο ρευστό, υπάρχουν τρία αόρατα σύνορα. Αυτό το βιβλίο αφορά τα σύνορα έξω μας και μέσα μας, οπότε οι Πρέσπες ήταν το καταλληλότερο τοπίο για αυτήν τη ρευστότητα.

– Μεταφέρετε στο βιβλίο τον τρόμο του άνυδρου;
– Εδώ είναι περισσότερο αλληγορικός. Στο πρώτο ήταν η λάσπη. Εδώ είναι η ψυχική αφυδάτωση, μια εσωτερική ξηρασία. Aλλωστε αυτή την αφυδάτωση φοβάμαι και εγώ, τη συναισθηματική, τη στενότητα στις ψυχές, τη διαρκή επιφυλακτικότητα για τους ανθρώπους. Eχει γίνει μια ψυχική μεταστροφή παγκοσμίως, να αναδιπλωθείς, όλοι οι άλλοι να είναι εχθροί και εσύ να σκέφτεσαι μόνο την πάρτη σου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ