ΠΟΛΗ

Εφηβικά όνειρα σε κάποια ξεχασμένη Αθήνα

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Στο μπαλκόνι με θέα τον Λυκαβηττό, πιθανώς στην οδό Ομήρου, πριν από σχεδόν 70 χρόνια.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Μια εφήμερη ιστορία της πόλης είναι η ιστορία που ανάβει και σβήνει κάθε βράδυ πίσω από τα παράθυρα των σπιτιών. Ποτέ άλλοτε δεν παρατηρήσαμε την πόλη ως έγκλειστοι ένοικοί της, αλλά, να που η Ιστορία σε φέρνει ενώπιον νέων ρόλων και εμπειριών και σε ωθεί προς τα πίσω και προς τα εμπρός να βιώσεις αυτό που πάντα γνώριζες αλλά κρατούσες στο ημίφως.

Τα μισοφωτισμένα δωμάτια στους δρόμους της Αθήνας του 1920, του 1940, του 1960, του 1980, συνθέτουν ένα τρένο στην ευθεία του χρόνου, με τα φώτα να τρεμοσβήνουν σαν εκλάμψεις της φαντασίας. Και, ναι, που καθώς ονειροπερπατούμε στους δρόμους μιας Αθήνας που επιζεί σε εκείνες τις μικρές φωτογραφίες, με το οδοντωτό περίγραμμα, σε εκείνα τα μικρά αστικά εικονίσματα, που σαν μενταγιόν μνήμης κρέμονται σε φανταστικούς λαιμούς γυναικών, κοντοστεκόμαστε, όπως κάνει ο φακός μιας ελληνικής ταινίας του 1957, και παρατηρούμε το σπίτι των ηρώων μας.

Δεν τους γνωρίζουμε. Ξέρουμε όμως πως οι γονείς γεννήθηκαν λίγο πριν από τους Βαλκανικούς και πως ο άνδρας μπορεί να είχε γεννηθεί σε μία από τις εμπορικές πρωτεύουσες της Πελοποννήσου, στην Καλαμάτα, στον Πύργο ή στην Πάτρα. Η γυναίκα, Αθηναία, από σόι μεσοαστικό, με ένα σπίτι πατρικό στο Θησείο και ένα διαμέρισμα στην οδό Δημοκρίτου. Εκεί, κοντά, στις παρυφές του Κολωνακίου, ανοίχτηκε το σπιτικό. Ο γιος γεννήθηκε λίγο πριν από τις 28 Οκτωβρίου 1940. Μεγάλωσε στην Κατοχή και στον Εμφύλιο, αλλά από το 1951, στο κατώφλι της εφηβείας του, ήρθαν στο νέο διαμέρισμα, σε αυτό που φωτογραφήθηκαν, όπου εκεί, ναι, μπορεί επιτέλους, αυτός ο Αθηναίος έφηβος, να έχει το δικό του δωμάτιο.

Εκεί, φυλάει τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα» και σε εκείνο το τραπεζάκι, με το μικρό πορτατίφ, βγάζει τα μάτια του τις νύχτες μελετώντας. Oταν οι γονείς σβήνουν το φως, η χρυσή γραμμή του ηλεκτρικού παραμένει ως μια ευθεία στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας του εφήβου. Σαν αυτόν, οι έφηβοι της Αθήνας, έστηναν τους δικούς τους εσωτερικούς ναούς, παιδιά μεγαλωμένα στην Κατοχή και στον Εμφύλιο, πόσο δύσκολο θα ήταν αργότερα να το μεταφέρουν ως εμπειρία στις γενιές που θα ακολουθήσουν.

Σε πολυκατοικίες του ’30, σε παλιά και γερασμένα σπίτια δίπατα για δύο οικογένειες, σε πιο άνετα τρίπατα του 1920 για περισσότερους ενοίκους, στις πρωτόγονες εσωτερικές αυλές, με τους εργένηδες, τις χήρες, τα μωρά, τον λογιστή εκ Τριπόλεως και τη δασκάλα εξ Αμφίσσης, οι έφηβοι εκείνης της Αθήνας φωτογραφίζονταν αδέξια ή σκηνοθετημένα, με γονείς ή φίλους, σε κάμαρες, σε αυλές, σε μπαλκόνια και ρετιρέ. Είχαν το πουκάμισο λευκό και τα μαλλιά κολλημένα στο πλάι. Αυτό που αφήνουν είναι ο αχός εκείνης της άγουρης και αδέξιας νιότης πάνω στο ψυχικό ανάγλυφο της πόλης, στους ατμούς από φωταγωγούς, μεσοτοιχίες, σκάλες υπηρεσίας, αποθήκες, μπακάλικα και υπονόμους. Εκεί, στην αθέατη όψη μιας καθημερινότητας που δεν άφησε σχεδόν τίποτε πίσω, μικρές προσωπικές διαδρομές ανοίγουν βήμα, αθροίζονται στο ήδη βαρύ φορτίο της πόλης και μια μέρα κάποιας άνοιξης, πολλά χρόνια πίσω, φωτογραφίζονται σε ένα αθηναϊκό μπαλκόνι. Πίσω, ο κώνος του Λυκαβηττού και οι πευκόφυτες πλαγιές του πάνω στον τραχύ ασβεστόλιθο, κατρακυλούν στα σπίτια του Κολωνακίου και της Νεαπόλεως, που θερμαίνουν και θερμαίνονται από κεραμωτές στέγες, πλυσταριά, ταράτσες και παράγωνα ακάλυπτα κομμάτια αττικής γης. Εκεί, ανάμεσα, κορδέλες ονείρων από εφηβικές κάμαρες στροβιλίζονται κάθε νύχτα στον αττικό ουρανό, ανεβαίνουν μετέωρες και σταδιακά εξατμίζονται και χάνονται σαν φτερουγίσματα αγγέλων. Εκεί, σε κάποιο μπαλκόνι της Αθήνας, μια αναμνηστική φωτογραφία θέλησε να παγώσει τον χρόνο. Βγήκαμε έξω και πίσω χρύσιζε ο Λυκαβηττός. Τη θυμάσαι εκείνη τη μέρα, εκείνη τη στιγμή, πώς είχες νιώσει, τι είχες σκεφτεί;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη