Λίγο πριν «μαραθούν» τα τριαντάφυλλα στη σκηνή του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης, όπου πρωταγωνίστησε στην παράσταση «Ιστορία χωρίς όνομα», ο Τάσος Νούσιας μίλησε στο «Κ» για το θέατρο, την υποκριτική, την πολιτική και τον πολιτισμό την εποχή της πανδημίας.

Μοιάζει να έχουν περάσει μήνες από το απόγευμα που συναντηθήκαμε στο καμαρίνι του, λίγο πριν ανέβει στη σκηνή του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης, μπροστά σε μια κατάμεστη πλατεία, για να ενσαρκώσει τον Ίωνα Δραγούμη στην παράσταση «Ιστορία χωρίς όνομα». Πρόκειται για ένα θεατρικό έργο βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Στέφανου Δάνδολου για τον έρωτα της Πηνελόπης Δέλτα με τον Έλληνα διπλωμάτη και συγγραφέα. «Αισθάνθηκα από την πρώτη στιγμή που ξεκινήσαμε την ανάγνωση ότι αυτοί οι άνθρωποι, ως υπαρκτοί, έψαχναν διακαώς δύο σώματα να πουν την ιστορία τους. Άρα, με μια τέτοια πνευματική σύνδεση, εγώ βρίσκομαι να ενσαρκώνω ξανά τον Ίωνα Δραγούμη. Η πρώτη και βαθύτερη σχέση μου με τον Δραγούμη είναι πνευματική. Ως φορέας, ως ξενιστής, ξαναζώ τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου έναν αιώνα πριν. Αισθάνομαι ευλογημένος γι’ αυτό, είναι πολύ σπουδαίο να γινόμαστε διαστατικοί άνθρωποι, να γεφυρώνουμε τον χρόνο», λέει ο Τάσος Νούσιας. Εδώ και σχεδόν ένα δεκαήμερο το θέατρο είναι κλειστό, η ζωή έχει μπει σε «καραντίνα» λόγω κορονοϊού.

«Η ανθρωπότητα βιώνει μια λαίλαπα, έναν Αρμαγεδδώνα σε πρώτο χρόνο, με τεράστιο αντίκτυπο στην υγεία, στην κοινωνία, στις σχέσεις, στην οικονομία», λέει όταν του τηλεφωνώ για να επικαιροποιήσω τη συνέντευξη. «Οι επιπτώσεις για το θέατρο είναι καταστροφικές», προσθέτει. «Ηθοποιοί, σκηνοθέτες, παραγωγοί, θέατρα. Όλοι άνεργοι! Σε ένα επάγγελμα αβέβαιο από τη φύση του, με ωρομίσθιες εργασιακές σχέσεις, με ανθρώπους που ψάχνουν για δουλειά τρεις και τέσσερις φορές τον χρόνο, με άμεσες απολύσεις μετά το αναγκαστικό κλείσιμο. Και μετά από μια δύσκολη θεατρική χρονιά έρχεται ο ιός και μας αποτελειώνει!»

«Υποκριτική: σαν παλιό καλό κρασί»

Η πορεία του ξεκίνησε από το Θεατρικό Εργαστήρι Ηπείρου, στα Γιάννενα, όπου ευτύχησε να έχει ως δάσκαλο τον Γιώργο Νάκο. Θυμάται ότι τον είχαν συγκινήσει η σκηνή, οι ρόλοι, η διαδικασία. Δεν ήταν «κεραυνοβόλος έρωτας», καλλιεργήθηκε συν τω χρόνω, «σαν το παλιό καλό κρασί», ομολογεί. Τελείωσε το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, όπου μέσα στο αυστηρό πλαίσιο των σπουδών ανακάλυψε «ένα μεγάλο άνοιγμα, συγκεραστικό, πολλών ιδιοτήτων και πολλών πραγμάτων να χωρέσω εκεί». Αυτή η συνειδητοποίηση τον οδήγησε στην υποκριτική τέχνη, όπου βρήκε επίσης έναν χώρο να διοχετεύσει τις δεξιότητές του και τις εμπειρίες του, λέει: «Είναι πολύ ανθρωποκεντρική δουλειά, με συνεχείς εντάσεις, συγκινήσεις. Είναι ένα πολύ ευρύ και μεγάλο πεδίο η υποκριτική τέχνη, ένας παιδότοπος για τις ψυχές μας». Έδωσε και δίνει μεγάλο μέρος του εαυτού του, της ενέργειάς του, της ψυχής του. Τι πήρε όμως; «Εξελίσσεται κανείς, γιατί η σκηνή απαιτεί ρυθμούς, ενάργεια, συγκέντρωση. Όλα αυτά, τα οποία είναι κομμάτι των καλών τεχνών, οξύνονται και άρα γίνονται κομμάτι των καλών ποιοτήτων της ανθρώπινης φύσης. Οπότε σαφώς αλληλοβοηθιέσαι, η σκηνή και οι ρόλοι γίνονται το πεδίο για μια ιδιότυπη ψυχανάλυση».



Στη σκηνή δίνεται ολοκληρωτικά στον ρόλο, μεταμορφώνεται, δονείται με κάθε λέξη, κάθε κίνηση. Κατορθώνει άραγε να τον αφήνει πίσω του όταν πέφτει η αυλαία; «Μπορεί να σε απασχολεί 24 ώρες το 24ωρο, οπουδήποτε και να κάθεσαι, ξανασυνδέεσαι, φεύγεις... Απλώς, όσο περνούν τα χρόνια γίνεται με πολύ πιο συγκροτημένο, άρα και πιο υγιή τρόπο. Ο υγιής τρόπος είναι να μην καταστρέφεσαι, να μη φεύγεις από μια παράσταση και είσαι 24 ώρες τρελός, αφηρημένος και διαλυμένος. Το έχω πάθει αυτό νεότερος, έχω σταματήσει το θέατρο για μια πενταετία μετά από έναν ρόλο πολύ μεθοριακό, ο οποίος είχε τα συμπτώματα του μανιοκαταθλιπτικού. Το έκανα για εννιά μήνες και διαλύθηκα, δεν ήξερα πώς να αποφορτιστώ».
 
«Πάνω από όλα, πρέπει να ειπωθεί η ιστορία»

Έξω από το καμαρίνι, η ομάδα της παραγωγής ετοιμάζει τη σκηνή «φυτεύοντας» εκατοντάδες τριαντάφυλλα, που δημιουργούν ένα εντυπωσιακό σκηνικό. Η αποψινή παράσταση είναι sold out και σε λιγότερο από μισή ώρα δεκάδες άνθρωποι θα τον παρακολουθούν να φλέγεται από έρωτα για την Πηνελόπη Δέλτα. Η πλατεία ασκεί πάνω του μια γοητεία καταλυτική, όπως φαίνεται από τα λόγια του: «Βλέποντας στην πλατεία, είτε ενορατικά είτε πραγματικά, όλο αυτόν τον ανομοιογενή φαινομενικά κόσμο, ο οποίος κάθεται ο ένας δίπλα στον άλλο σε μια παράσταση, ο οποίος επέλεξε να έρθει εκείνη τη μέρα μαζί με κάποιους άλλους που δεν γνωρίζει και επί μιάμιση-δύο ώρες κοινωνούμε κι επικοινωνούμε μαζί κάτι το οποίο μας αφορά, γινόμαστε όλοι ένα σώμα και τόσες ψυχές, τόσες διάνοιες αρχίζουν και μπαίνουν με αυτή την ευλάβεια σε έναν κόσμο και τον μοιράζονται, αφηνόμαστε όλοι να ζήσουμε την ιστορία... Είναι σπουδαίο».

Το πάθος του για τη δουλειά του είναι εμφανές στον τόνο της φωνής του, στον τρόπο που το σώμα του μοιάζει να ηλεκτρίζεται όταν αναφέρεται σε αυτή, στις λέξεις που με στόμφο βγαίνουν από το στόμα του: «Ο Αργύρης Γκαγκάνης το πρωί έχασε τον πατέρα του και το βράδυ έκανε παράσταση. Ποια δουλειά στον κόσμο έχει αυτή την απάνθρωπη σχέση και τη βαθιά ανθρώπινη; Δεν είναι τυχαίο που λέμε ότι μόνο νεκρός δεν παίζεις και αυτό αν δεν κάνεις το πτώμα. Η Μαρία Παπαφωτίου έρχεται δυο μέρες με σαράντα πυρετό. Θα πρέπει ο ηθοποιός να έχει αυτές τις ψυχικές και πνευματικές αντοχές για να μπορεί να αντεπεξέλθει, να διαχειριστεί πολύ γρήγορα, να καταπιεί την ήττα του και να υπάρξει ως “άλλος”, απόλυτα εκτεθειμένος σε μια σκηνή, με φοβερή συγκέντρωση, συγκρότηση, ακρίβεια, γιατί προπάντων πρέπει να ειπωθεί η ιστορία».



Η ιστορία του Ίωνα Δραγούμη και της Πηνελόπης Δέλτα διατηρεί τη γοητεία του ανεκπλήρωτου έρωτα και τη λάμψη δύο προσωπικοτήτων που σημάδεψαν τη νεότερη Ελλάδα. Στέκεται με θαυμασμό απέναντί τους, μιλάει για «σπουδαίους, ωραίους ανθρώπους» που «μεγάλωσαν πριν από εκατό χρόνια την Ελλάδα, ενώ οι τωρινοί τη μικραίνουν». Κρατώντας τον θαυμασμό για τα επιτεύγματα των προγόνων, δεν υπάρχουν σύγχρονα επιτεύγματα για τα οποία μπορούμε να είμαστε υπερήφανοι; «Ως τέτοιο κομμάτι φωτεινό έχουμε μόνο αυτό της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Έκτοτε νομίζω ότι όλη η Γη ζει σε έναν διαρκή Μεσαίωνα με πολύ λίγα φωτισμένα μυαλά κατά καιρούς εδώ κι εκεί. Υπάρχει ένα συλλογικό ασυνείδητο που θα πρέπει να είναι περήφανο γι’ αυτό το κομμάτι ζωής της ανθρωπότητας πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Σήμερα δεν ξέρω τι μπορώ να εντοπίσω, και ειδικά τα τελευταία χρόνια που είμαστε με την πλάτη στον τοίχο και η μία εκχώρηση φέρνει την άλλη, η μία ένδεια διαδέχεται την άλλη.

Υπάρχει ένας ρημαγμένος αξιακός κώδικας, οπαδισμός, τάσεις μικροκομματικές ή μικροϊδεολογικές, ο καθένας με την ομαδούλα του και τον κόσμο του. Υπάρχει αυτή η ένδεια απ’ άκρη σ’ άκρη, έχεις μια ελίτ που νοιάζεται μόνο για τα κεκτημένα της, να είναι καλά τα μικρομάγαζα, είτε κομματικά είτε οικογενειακά...» Ανάλογη εικόνα εντοπίζει και στην τέχνη: «Έχουμε ένα μεγάλο κομμάτι που ζει και βασιλεύει σε έναν μικρόκοσμο, ο οποίος φωτίζεται συνεχώς μέσα από ένα σύστημα payrol και αυτοανάδειξης, που είναι κυρίαρχη τάση, ως αυτό που όλοι θα πρέπει να περάσουν να το δουν και έχει αυτό το υπέροχο, απέραντο τίποτα μέσα. Είμαστε θεατές αυτού του απέραντου τίποτα. Συνεχώς, με έναν πολύ εξυπνακίστικο τρόπο, καταπιανόμαστε με μεγαλειώδη κομμάτια της ανθρώπινης ύπαρξης, της ανθρώπινης ανησυχίας ή της θέωσης ή της λύτρωσης, βασικά κομμάτια τα οποία είναι όλος ο καμβάς που στηρίχτηκε το θέατρο ως εργαλείο. Το θέατρο δημιουργήθηκε από μια κοινότητα ανθρώπων για να μιλήσει για τα μύχια της κοινωνίας, είναι ένα εργαλείο για να μπορέσει ο άνθρωπος ως κοινωνία πια να αντιμετωπίσει τις στρεβλώσεις του. Όλο αυτό έχει μείνει σε έναν μικρόκοσμο μικρόνοων ανθρώπων».
 
Η γοητεία του έρωτα

Το ερωτικό στοιχείο λειτουργεί στην παράσταση ως όχημα και ταυτόχρονα ως μίτος για να εξελιχθεί η αφήγηση.  «Γιατί όμως ο έρωτας παραμένει διαχρονικά τόσο ακαταμάχητα γοητευτικός;» «Ο έρωτας είναι η γενεσιουργός βάση του ανθρώπου, το κύριο συστατικό. Στη “Θεογονία” του Ησιόδου υπήρχαν το χάος, η γαία, ο έρωτας∙ είναι δηλαδή πρωτόλειο συστατικό κίνησης και δημιουργίας. Άρα δεν μπορεί να αποκοπεί κανείς από τη θεματική του έρωτα, γιατί όλοι μας είμαστε αποκυήματα ερωτικής πράξης. Ο έρωτας είναι αβυσσαλέος, γιατί είναι αναπαραγωγικός». Σαν το θέατρο, θα πρόσθετα.■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ