ΕΛΛΑΔΑ

Oταν προδώσαμε το σώμα...

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Η χαρά της ζωής» (1905-1906), πίνακας του Ανρί Ματίς. Αναλογίζομαι, τι κάναμε με το σώμα τα τελευταία χρόνια; Πώς αντιλαμβανόμασταν τη σημασία του, πόσο το σεβόμασταν, πόσο εκτιμούσαμε την παρουσία του στη ζωή μας.

Η δοκιμασία που υφίσταται ο πλανήτης οδηγεί στο να απομακρυνθούν τα ανθρώπινα σώματα. Για να επιζήσουμε, πρέπει να μην αγγιζόμαστε. Πρέπει να μη συναναστρεφόμαστε, να μη βλέπουμε τους γονείς, τους συγγενείς, τους φίλους, τους ανθρώπους που με τον ένα ή τον άλλον τρόπο συμπλήρωναν τη ζωή μας, την έκαναν πιο όμορφη, πιο γεμάτη. Δεν επιτρέπεται πια να νιώθουμε ζωντανοί προκειμένου να επιζήσουμε. Και όταν κάποιος νοσήσει ή καταλήξει από τη νόσο, τότε πάλι δεν μπορούμε να πάμε κοντά του. Δεν μπορούμε να φιλήσουμε το κούτελό του, δεν μπορούμε να ανασάνουμε στο αυτί του, ψελλίζοντας λόγια αγάπης. Το ανθρώπινο σώμα πλήττεται από αυτή την ιστορία.

Αναλογίζομαι συχνά, τι κάναμε με το σώμα τα τελευταία χρόνια; Πώς αντιλαμβανόμασταν τη σημασία του, πόσο το σεβόμασταν, πόσο το υπολογίζαμε, πόσο εκτιμούσαμε την παρουσία του στη ζωή μας, πόσο εκτιμούσαμε την παρουσία των σωμάτων στη ζωή μας. Γιατί το σώμα είναι το όριο που μας υπενθυμίζει πόσο φθαρτοί είμαστε, πόση ανάγκη έχουμε από τον άλλον.

Σκέφτομαι το μωρό που έρχεται στη ζωή. Τόσο μικρό και αβοήθητο, που έζησε 9 μήνες μέσα στην κοιλιά της μητέρας του. Ερχεται με το σώμα του στη ζωή, ένα σώμα αδιαχώριστο από το σώμα της μητέρας, που δεν γνωρίζει τα όριά του, δεν γνωρίζει την αρχή και το τέλος, και φοβάται. Και έχει ανάγκη τη ζεστασιά, τη σταθερότητα, την αφή. Εχει ανάγκη από κάποιον να είναι εκεί μέρα νύχτα για να καλύπτει τις ανάγκες του. Γιατί το ανθρώπινο ον θέλει χρόνο για τις ανάγκες του, ιδίως τα πρώτα χρόνια. Θέλει χρόνο για να μάθει πού ανήκει και τι το ξεχωρίζει. Τον δίνουμε αυτό τον χρόνο; Οι μητέρες πρέπει να γυρίσουν στη δουλειά τους. Αμεσα, γρήγορα. Ή δεν μπορούν να αντέξουν τον «εγκλεισμό» του πρώτου καιρού γιατί η ζωή είναι έξω για εκείνες, δεν μπορούν να μείνουν μέσα όλη μέρα και όλη νύχτα με ένα μωρό. Το σώμα όμως του μωρού δεν είναι μόνον σώμα, είναι όλη η ψυχοσωματική του διάπλαση, είναι η μετέπειτα υγεία του.

Σκέφτομαι όλους αυτούς που χαράσσουν στο σώμα τους τα ατελείωτα τατουάζ. Την ανάγκη επένδυσης σε ένα σώμα-καμβά, που θέλει να πει τη δική του ιστορία, σαν να μην υπάρχει βαθύτερος τρόπος να νιώσει ένα σώμα, να εσωτερικεύσει τη δική του διαδρομή, και πρέπει αυτό να τοποθετηθεί στο έξω του, στη στιβάδα που είναι ορατή στον καθένα από εμάς. Πολλοί από αυτούς θα ήθελαν ενδεχομένως να είχαν βιώσει κάτι βαθύτερο στο σώμα τους. Ισως να μην υπήρξαν άνθρωποι να το αγγίξουν και να το αγαπήσουν, για να ζωντανέψει το δέρμα.

Και έπειτα, τα πρόσωπα –ως επί το πλείστον– και τα σώματα των γυναικών, που παλεύουν με κόπο και χρήμα να σταματήσουν τον χρόνο. Πρόσωπα όμοια, αποτέλεσμα ενός καλού δερματολόγου, ενός καλού χειρουργού, για να διορθωθεί ο χρόνος. Οσο και αν αυτός ο χρόνος φέρνει ό,τι έχει ανάγκη η ανθρώπινη ύπαρξη για να «εγγράψει» τα συναισθήματα, τις αγάπες, τις απώλειες, τις εμπειρίες και την ωριμότητα. Αλλά και εκεί το σώμα αντιμετωπίζεται παγωμένα, ενοχοποιημένα, επειδή ο χρόνος κινείται εις βάρος του, επειδή γερνά. Σαν να μην μπορεί κανείς να χαϊδέψει αυτές τις ρυτίδες, σαν να μην μπορούμε να συμφιλιωθούμε με τη φθορά μας.

Και πέφτουν βροχή από εικόνες σωμάτων: Που κακοποιήθηκαν. Που αποξενώθηκαν μέσα σε γάμους. Που έγιναν αντικείμενο συναλλαγής, επαγγελματικής ανέλιξης. Από σώματα αθλητών που πήραν αναβολικά για την ολυμπιακή πρωτιά, προδίδοντας τα όριά τους, μετατρέποντας το σώμα σε υπεράνθρωπο όπλο. Και το σώμα που καμώθηκε ότι αντέχει την ταχύτητα της αδιάκοπης εργασίας ή το σώμα που αντέχει τα υπερατλαντικά ταξίδια, μπρος και πίσω, για να κερδηθεί ο χρόνος, να προλάβουμε τις αγορές των χρηματιστηρίων και των οικονομικών συναλλαγών. Το σώμα της ανορεξίας. Το σώμα της βουλιμίας. Το σώμα των αλλεπάλληλων εξωσωματικών.
Κάποτε έρωτας υμνούσε το σώμα, τώρα στέκει ενεός μπροστά στην απρόσωπη οθόνη των σόσιαλ μίντια, με προστατευμένη την αφή, αφυδατωμένη την επαφή, αποστειρωμένη τη συνεύρεση. Και όταν η σεξουαλική πράξη συμβεί, πάλι ο χρόνος κυνηγά το σώμα, να τελειώσει, να ντυθεί, να πάει στο επόμενο, κάτι πιο σημαντικό περιμένει.

Πριν από τον κορωνοϊό κυνηγούσαμε τον χρόνο, το σώμα βρισκόταν σε δεύτερη μοίρα. Τώρα που σταμάτησε ο χρόνος, έρχεται το σώμα να διατρανώσει τη μοναξιά του. Το φθαρτό σώμα που βάζει το ανθρώπινο όριο ανάμεσα στο φαντασιακό και στο πραγματικό, ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, που ορίζει τη νεότητα από τη φθορά. Το σώμα που μας χωρίζει από τον άλλον αλλά μας ενώνει. Που μας εξυψώνει και μας γειώνει την ίδια στιγμή.

Τώρα μένουμε σπίτι. Κανείς μας δεν μπορεί να χαϊδέψει τους αγαπημένους του όταν πεθαίνουν, κανείς δεν κρατά το χέρι των ανθρώπων που αρρωσταίνουν, κανείς ίσως δεν μπορεί να παραπονεθεί για το ότι η πιο σκληρή φαντασία έγινε πλέον η νοσηρή μας πραγματικότητα.

Μικροί, ανθρώπινοι, χαραγμένοι από τον χρόνο, που τρέχαμε να προλάβουμε το έξω, μένουμε μέσα με το μοναχικό μας σώμα. Που πονάει. Οχι από τον ιό. Ισως από εγκατάλειψη.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ