Το σημαντικότερο μέτρο κατά της εξάπλωσης του κορονοϊού ήταν η έγκαιρη ενημέρωση. Aλλά αυτό αργήσαμε πολύ να το λάβουμε, τόσο ως ήπειρος και ως χώρα, όσο και ο καθένας ατομικά.

Ο W. Ian Lipkin επέστρεψε από τη Γουχάν στις αρχές Φεβρουαρίου και έμεινε 14 μέρες εθελοντικά σε κατ’ οίκον περιορισμό. Καθηγητής στο πανεπιστήμιο Κολούμπια και ένας από τους πιο σημαντικούς επιδημιολόγους στον κόσμο, όταν βγήκε από την εθελοντική καραντίνα, λίγο μετά τα μέσα Φεβρουαρίου, αποφάσισε να μην ξαναμπεί στο μετρό της Νέας Υόρκης χωρίς να φοράει πλαστικά γάντια, τα οποία ονόμαζε «προφυλακτικά για το μετρό». Εξηγούσε ότι ο νέος ιός έχει μεγάλη μεταδοτικότητα, ότι έχει ήδη φτάσει στις μεγάλες πρωτεύουσες, ότι επωάζεται παντού σε ανυποψίαστους ανθρώπους και σε κλειστούς χώρους (αλλά όχι σε εξωτερικούς χώρους, λόγω της υπεριώδους ακτινοβολίας που τον σκοτώνει) και ότι μετά από μερικές εβδομάδες θα εκδηλωθεί παντού, γιατί θα νοσήσουν πολλοί σε ολόκληρο τον κόσμο.



Η συνέντευξή του στο New Yorker δεν με οδήγησε στο πρώτο φαρμακείο της Αθήνας για να αγοράσω πλαστικά γάντια, αλλά σταμάτησα αμέσως τις μετακινήσεις με μέσα μαζικής μεταφοράς (είχα τη δυνατότητα να χρησιμοποιώ αυτοκίνητο) και δεν άνοιξα ξανά με γυμνά χέρια εισόδους και πόρτες στην πολυκατοικία μου, σε καφετέριες και εστιατόρια, καθώς και στο γραφείο. Πάντα κρατούσα ένα χαρτομάντιλο ή άνοιγα με τον αγκώνα, ενώ άρχισα να πλένω τα χέρια μου περισσότερες φορές και πιο σχολαστικά, ακόμα και μετά από μια χειραψία. Μέσα σε δύο ημέρες σταμάτησα να απλώνω τα χέρια μου στο πρόσωπό μου με κάθε ευκαιρία (για να σκεφτώ, για να ξυστώ ή για να κάνω τον σοβαρό), μια συνήθεια που κάποιοι ανθρωπολόγοι είπαν ότι είναι τόσο βαθιά ανθρώπινη που είναι δύσκολο να κοπεί.

Τελικά, δεν θα αργούσε η ώρα που πολλά «βαθιά ανθρώπινα» και αυτονόητα, όπως βασικές συνταγματικές ελευθερίες και αναφαίρετα δικαιώματα θα κόβονταν μέσα σε ώρες. Ακόμα τότε όμως (δηλαδή μόλις πριν από 20 μέρες, που μοιάζουν σαν 20 χρόνια!) στην Αθήνα «κορυφαίοι ειδικοί» ήταν ακόμα καθησυχαστικοί. «Δεν υπάρχει ακόμα ανησυχία» ήταν η οδηγία, την ίδια ώρα που οι πληροφορίες στον ξένο Τύπο ήταν για έναν ιό εξαιρετικά μεταδοτικό, που θα ταξίδευε σε όλο τον κόσμο.

ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ

Μόνο είκοσι μέρες μετά, έχουν κλείσει όλοι οι χώροι όπου μπορούν να συγκεντρωθούν ακόμα και δέκα άτομα και ακούμε τηλεοπτικούς ψαλμούς υπέρ της καραντίνας και της καθολικής απαγόρευσης κυκλοφορίας. Το συμπέρασμα είναι ότι πολλοί ακαδημαϊκοί παριστάνουν ότι βρίσκονται «μπροστά από τις εξελίξεις», αλλά στην πραγματικότητα σπανίως παρακολουθούν τις διεθνείς εξελίξεις στον τομέα τους με την προσοχή που θα έπρεπε, με αποτέλεσμα να βρίσκονται εβδομάδες (σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και χρόνια) πίσω.


Εικόνες προορισμένες να γράψουν ιστορία: τα κέντρα του Λονδίνου και του Παρισιού έρημα από τον φυσικό τους αιμοδότη, το μητροπολιτικό πλήθος που έχει διαταχθεί να μείνει σπίτι προκειμένου να συγκρατηθεί η διασπορά του απειλητικού ιού. ©EPA/CHRISTOPHE PETIT TESSON, REUTERS/Hannah McKay/Ideal Image


Κάποιοι γνωρίζαμε για τον κορονοϊό από τις αρχές του 2020, όχι γιατί έχουμε «εσωτερική πληροφόρηση», αλλά γιατί ο Guardian και οι New York Times αναφέρονταν σχεδόν καθημερινά σε έναν νέο ιό που προκαλούσε έξαρση σε περιστατικά βαριάς γρίπης στην Κίνα, έναν ιό τον οποίο δεν είχε ακόμα αναγνωρίσει ότι υπάρχει το επίσημο κινεζικό κράτος. Το έκανε μετά τα μέσα Ιανουαρίου, ενώ οι επιστήμονες εκτιμούν σήμερα ότι ο ιός κυκλοφορούσε στη χώρα ήδη από τον Οκτώβριο. Στις αρχές Φεβρουαρίου, ο καθηγητής του Imperial College στο Λονδίνο Neil Ferguson είχε δηλώσει ευθέως στο BBC Radio 4 ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του για τη μεταδοτικότητα και τη θνησιμότητα, θα μολυνθεί το 70-80% του παγκόσμιου πληθυσμού και θα πεθάνει το 2% εκείνων που θα έχουν μολυνθεί. Ο καθηγητής είχε ταξιδέψει κι αυτός στη Γουχάν για να μελετήσει τον ιό και πρόσφατα εμφάνισε συμπτώματα. Στα δικά του μοντέλα πρόβλεψης οφείλεται ο σημερινός διεθνής συναγερμός.

Είναι, όμως, σωστά τα μοντέλα; Κάποιοι, όπως ο επιδημιολόγος του Stanford Ιωάννης Ιωαννίδης, αμφιβάλλουν και τονίζουν ότι σε καμία χώρα δεν έχει ποτέ μετρηθεί τυχαίο και αντιπροσωπευτικό δείγμα πληθυσμού. Με δυο λόγια, μπορεί μια χώρα να έχει κάθε μέρα μεγάλο αριθμό νεκρών και ακόμα μεγαλύτερο αριθμό βαριών περιστατικών από τον COVID-19, αλλά αυτό ίσως οφείλεται στο γεγονός ότι έχει ήδη μολυνθεί (χωρίς να έχει ιδιαίτερα συμπτώματα) σχεδόν ο μισός πληθυσμός της και όχι μόνο αυτοί που, αφού έκαναν το τεστ, καταγράφονται ως «κρούσματα». Λόγω της μεταδοτικότητας και της ισχύος του νέου ιού, ο οποίος προστίθεται στους ήδη υπάρχοντες ιούς και κορονοϊούς που προκαλούν λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος, η εμφάνιση βαριών περιστατικών και θανάτων πυκνώνει χρονικά μέσα σε εβδομάδες, έστω κι αν τα περισσότερα περιστατικά και οι θάνατοι θα έρχονταν ούτως ή άλλως μέσα στο επόμενο διάστημα από κάποια πάθηση του αναπνευστικού συστήματος σε ανθρώπους με βεβαρημένη υγεία. Η συνολική θνησιμότητα του έτους μπορεί να μην αλλάζει ιδιαίτερα, όμως μοιάζει να πυκνώνει μέσα σε πολύ λίγο χρόνο. Παράλληλα, αρκετοί που ίσως δεν θα περνούσαν ούτε μία γρίπη φέτος μπορεί να παγιδευτούν σε σοβαρές περιπέτειες με την υγεία τους.



Έρευνα του καθηγητή Jeffrey Shaman του πανεπιστημίου Κολούμπια, σε συνεργασία με τα Πανεπιστήμια Πεκίνου και Χονγκ Κονγκ, έδειξε ότι για κάθε ένα επιβεβαιωμένο κρούσμα υπάρχουν έντεκα μη καταγεγραμμένα κρούσματα, δηλαδή άνθρωποι που φέρουν τον ιό με ήπια ή καθόλου συμπτώματα. Εάν για κάθε εκατό επιβεβαιωμένα κρούσματα υπάρχουν οκτώ βαριά περιστατικά και τρεις θάνατοι, τότε μιλάμε για οκτώ βαριά κρούσματα που χρήζουν νοσηλείας και τρεις θανάτους στους χίλιους διακόσιους πολίτες. Δηλαδή, σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, αν η έρευνα είναι ακριβής, αυτά τα νούμερα μεταφράζονται σε περίπου 30.000 θανάτους, αλλά και περίπου 80.000 σοβαρά ασθενείς που μπορεί να νοσήσουν όλοι μαζί μέσα σε μόνο λίγες εβδομάδες. Πράγματι, το γεγονός ότι θα νοσήσουν σχεδόν ταυτόχρονα ασθενείς που θα νοσούσαν μέσα σε διάστημα πολύ μεγαλύτερο, ή δεν θα νοσούσαν καθόλου, στοιχειοθετεί μια πρωτοφανή κρίση δημόσιας υγείας.

Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΤΗΣ ΕΠΟΜΕΝΗΣ ΜΕΡΑΣ

Όμως, εάν τα δυτικά κράτη είχαν ενημερώσει εγκαίρως τους πολίτες τους για την κατάσταση στην Κίνα και στην υπόλοιπη Ασία (και αν οι ίδιοι οι πολίτες ενδιαφέρονταν να ενημερώνονται από έγκυρα διεθνή μέσα και όχι από φρικτά blogs και τον βάλτο του Facebook), δεν θα χρειαζόταν σήμερα να καταργηθούν με συνοπτικές διαδικασίες οι ατομικές ελευθερίες. Η κατάργηση των δικαιωμάτων και τα ακραία περιοριστικά μέτρα θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί (θα αρκούσαν τα στοχευμένα μέτρα) αν τα ευρωπαϊκά κράτη και οι ειδικοί που συμβουλεύουν τις κυβερνήσεις είχαν προνοήσει από τις αρχές Φεβρουαρίου να ενημερώσουν τους πολίτες σε όλες τις χώρες ότι δεν πρέπει να αγγίζουν τίποτα με γυμνά χέρια σε δημόσιο χώρο, σε κτίρια και μέσα μεταφοράς. Και ταυτόχρονα οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις με την καθοδήγηση της ΕΕ στις Βρυξέλλες θα μπορούσαν να είχαν λάβει μέτρα για μετατροπή χώρων, όπως κλειστά στάδια, σε νοσοκομεία έκτακτης ανάγκης, όπως έχει γίνει σε άλλες χώρες και σε άλλες πανδημίες στο παρελθόν.

Η οικονομική κρίση που προκαλεί το lockdown θα πλήξει κυρίως τους αδυνάμους (η ευρωπαϊκή οικονομία χάνει 0,6% του ΑΕΠ κάθε εβδομάδα!), ενώ θα δημιουργήσει νέες στρατιές αδυνάμων που θα λειτουργήσουν ως καταλύτης για την περαιτέρω ενίσχυση των ακραίων κομμάτων και του φασισμού στην Ευρώπη. Παράλληλα, η υποχώρηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων, όταν συμβαίνει έστω και με σοβαρές αφορμές όπως η συγκεκριμένη, συνήθως διατηρείται μετά το τέλος της κρίσης, όπως ήδη πολλοί πολιτικοί επιστήμονες επισημαίνουν. Όμως αυτό δεν πρέπει να συμβεί. Η κοινωνία των πολιτών πρέπει να αρχίσει να επαγρυπνεί σε όλο τον κόσμο και να επιβάλει μια κόκκινη γραμμή: Η παγκόσμια εξάπλωση όχι μόνο ενός νέου ιού, αλλά και ενός μοντέλου αυταρχικής διακυβέρνησης το οποίο στηρίζεται σε απεχθή και απάνθρωπα, οργουελικά σύγχρονα συστήματα παρακολούθησης της κοινωνικής συμπεριφοράς, δεν μπορεί να είναι το μέλλον της Ευρώπης και της Δύσης. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ