Η βραβευμένη συγγραφέας περιγράφει στο «Κ» τη ζωή στη Σεούλ τις ημέρες του κορονοϊού, το πώς η χώρα της έγινε το success story της πανδημίας και τι πρέπει να καταλάβουμε διαβάζοντας το παγκόσμιο μπεστ σέλερ της «Η χορτοφάγος», το οποίο μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά.

Αν εξαιρέσουμε ίσως τα βιβλία του Χαρούκι Μουρακάμι, δεν υπάρχουν πολλά μυθιστορήματα από την Άπω Ανατολή που να συζητήθηκαν τα τελευταία χρόνια από το δυτικό κοινό όσο η «Χορτοφάγος» της Χαν Γκανγκ. Το βιβλίο της κέρδισε το βαρύτιμο Booker το 2016, έχει ήδη μεταφερθεί στο σινεμά και σταδιακά μεταφράστηκε σε δεκάδες γλώσσες, μεταξύ των οποίων και στη δική μας. Με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη, το «Κ» επικοινώνησε γραπτώς με την 49χρονη Κορεάτισσα συγγραφέα, αλλά η συνέντευξη θα ήταν αδύνατον να ξεκινήσει από τη λογοτεχνία. Από την Αθήνα μέχρι τη Σεούλ μεσολαβεί η μισή υδρόγειος, ωστόσο η εποχή του κορονοϊού έχει δημιουργήσει μια παράδοξη εγγύτητα. «Ελπίζω να είστε υγιής και ασφαλής», ήταν τα πρώτα της λόγια.

Ανάμεσα στα διάφορα μοντέλα αντιμετώπισης του κορονοϊού, αυτό που επαινέθηκε περισσότερο, καθώς εκ του αποτελέσματος κρίθηκε ως το πλέον επιτυχημένο, ήταν αυτό της Νότιας Κορέας, η οποία δέχτηκε την επίθεση του ιού πολύ νωρίς, κατάφερε όμως να ελέγξει την εξάπλωσή του και να κρατήσει το ποσοστό της θνησιμότητας σε πολύ χαμηλό επίπεδο (2,3%), χωρίς μάλιστα να χρειαστεί να επιβάλει στους πολίτες της απαγόρευση κυκλοφορίας. Το μοντέλο των Κορεατών στηρίχτηκε σε δύο βασικούς άξονες: μαζικά διαγνωστικά τεστ και εξονυχιστική ιχνηλάτηση των επαφών των κρουσμάτων – αυτό πραγματοποιήθηκε μέσα από την παρακολούθηση των κινητών τηλεφώνων και της χρήσης των πιστωτικών καρτών, εγείροντας ερωτήματα για το κατά πόσο η τακτική αυτή συνιστά παραβίαση της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων.

«Η κυβέρνηση της Κορέας χειρίζεται με διαφάνεια την πολιτική για την πρόληψη της επιδημίας, δημοσιεύοντας και εξηγώντας καθημερινά στο κοινό όλες τις λεπτομέρειες», μου λέει η Χαν Γκανγκ. «Φαίνεται ότι μέσω της διαδικασίας κοινοποίησης της γνώσης και του τρόπου αντιμετώπισης της κρίσης έχει καλλιεργηθεί μια αίσθηση εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης ανάμεσα στους ανθρώπους. Δεν θα ήταν δυνατόν να οργανωθεί τέτοιας μεγάλης κλίμακας εθελοντική συνεργασία αν επιβαλλόταν έλεγχος διά της βίας, που πάει ενάντια στην ανθρώπινη φύση».

Η «επιθετική» τακτική που εφαρμόστηκε δεν ενόχλησε την πλειονότητα των Κορεατών, μάλιστα τα καλά αποτελέσματα συσπείρωσαν τον κόσμο: οι προγραμματισμένες εκλογές του Απριλίου διεξήχθησαν κανονικά και η παράταξη του Μουν Τζε-ιν επανεξελέγη πανηγυρικά, εν μέρει και ως επιβράβευση για τους χειρισμούς της στην πανδημία. «Πολλοί αποφεύγουν τις κοινωνικές επαφές, επειδή αισθάνονται άσχημα όταν βλέπουν στα μέσα ενημέρωσης σκηνές αφοσίωσης του ιατρικού προσωπικού. Αν δεν είχε αναπτυχθεί αυτού του είδους η εμπιστοσύνη, οι Κορεάτες θα βρίσκονταν και αυτοί σε σύγχυση και θα αντιμετώπιζαν πιο πολλές δυσκολίες», πιστεύει η κ. Γκανγκ. «Το σύστημα υγείας δεν κατέρρευσε και δεν είχαμε άδεια καταστήματα λόγω πανικόβλητων αγορών, αν και, λόγω της αποφυγής των κοινωνικών επαφών, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρίσκονται σε δυσχερή κατάσταση».

ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ

Τη ρωτάω πώς έχει βιώσει η ίδια αυτή την περίοδο, πώς έχει επηρεαστεί η δική της ζωή. «Κάνω μεγάλη προσπάθεια για να τελειώσω το νέο μου βιβλίο, αλλά ταυτόχρονα δίνω προσοχή στα πράγματα που συμβαίνουν», μου απαντά. «Περνάω τη μέρα μου συγκεντρωμένη γράφοντας, αλλά με την κεραία μου ανοιχτή». Αναρωτιέμαι αν αυτή η παγκόσμια κρίση θα αποτελέσει για τους συγγραφείς μια πρώτη ύλη, αν τα επόμενα χρόνια θα διαβάσουμε πολλά μυθιστορήματα σχετικά με την περιπέτεια του κορονοϊού. «Οι συγγραφείς είναι άνθρωποι βυθισμένοι σε βαθιά περισυλλογή, δεν νομίζω ότι θα είναι σύντομα σε θέση να γράψουν έργα που θα ανταποκρίνονται στη νέα αυτή εποχή. Επειδή όμως είναι συγχρόνως άνθρωποι που ζουν σε αυτόν τον κόσμο, οι αλλαγές που θα αντιμετωπίσουν φυσικά θα αποτυπωθούν στο έργο τους».


© Roberto Ricciuti/Getty Images/Ideal Image


Επί τη ευκαιρία, της ζητάω ένα σχόλιο για την άνθηση της κορεατικής κουλτούρας – εκτός από τη δική της διεθνή επιτυχία, βλέπουμε το κορεατικό σινεμά να κυριαρχεί (τα «Παράσιτα» κέρδισαν φέτος το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας), ενώ ακόμα και τα μουσικοχορευτικά ποπ γκρουπ αποτελούν παγκόσμιο φαινόμενο. Ετερόκλητες μορφές μιας κουλτούρας που έχει κερδίσει το ενδιαφέρον της Δύσης. «Τα πάντα στην κορεατική κοινωνία τείνουν να είναι έντονα, γρήγορα και δυναμικά», μου λέει. «Ταυτόχρονα, υπάρχει γαλήνη και βάθος. Ίσως η ένταση και η συνύπαρξη πολλών διαφορετικών στοιχείων παραδόξως συμβάλλουν στον πολιτιστικό πλούτο».

Η ΧΟΡΤΟΦΑΓΙΑ ΣΤΗ ΝΟΤΙΑ ΚΟΡΕΑ

Η «Χορτοφάγος» γράφτηκε τo 2007, ωστόσο έπρεπε να περάσουν οκτώ χρόνια μέχρι να μεταφραστεί στα αγγλικά, γεγονός που οδήγησε στο βραβείο Booker και στη διεθνή αναγνώριση. Είναι ένα ιδιαίτερο μυθιστόρημα,  παράξενο, γραμμένο με μια απόκοσμη απλότητα. Είναι χωρισμένο σε τρία ημιαυτόνομα μέρη, μέσα από τα οποία παρακολουθούμε την τραγική πορεία της ΓιόνγκΧιε, μιας νεαρής γυναίκας που ξαφνικά μια μέρα σταμάτησε να τρώει κρέας. «Αποφασίζει να γίνει χορτοφάγος για να ζήσει μια ζωή αθωότητας», μου εξηγεί η Χαν Γκανγκ. «Αρνείται το κρέας για να αρνηθεί την ανθρώπινη βία την οποία συμβολίζει η κατανάλωση κρέατος. Ορθώνει το ανάστημά της απέναντι στον κόσμο που δεν αποδέχεται αυτή την άρνηση».

Ο κόσμος, πράγματι, δεν αποδέχεται την απόφαση της ΓιόνγκΧιε. Ο σύζυγός της, η οικογένειά της, το κοινωνικό της περιβάλλον αρνούνται να σεβαστούν ότι έχει αυτή την επιλογή. Οι αντιδράσεις τους είναι ακραίες και ένας Δυτικός αναγνώστης ίσως παραξενευτεί. Είναι τόσο περίεργο να είναι κάποιος χορτοφάγος στην Κορέα; Η κ. Γκανγκ μού εξηγεί ότι μετά τον εκσυγχρονισμό της χώρας, χονδρικά μετά τον πόλεμο της δεκαετίας του 1950 δηλαδή, η κρεατοφαγία καθιερώθηκε και μπορεί σήμερα να παρατηρείται μια αύξηση της χορτοφαγίας στην Κορέα, ωστόσο, όταν έγραψε το βιβλίο, οι χορτοφάγοι ήταν ακόμα ελάχιστοι. «Η απεικόνιση πάντως της οικογένειας της ΓιόνγκΧιε είναι διαστρεβλωμένη και υπερβολική, για να τονιστούν η εγγενής απομόνωση και ο πόνος», μου εξηγεί. «Ειδικά ο πατέρας, που ήταν βετεράνος του πολέμου του Βιετνάμ, παρουσιάζεται ως υπερβολικά βίαιος (σ.σ.: σε μία από τις πιο έντονες σκηνές του βιβλίου προσπαθεί να ταΐσει την κόρη του κρέας με το ζόρι). Σε καμία περίπτωση αυτή η απεικόνιση δεν είναι χαρακτηριστική ενός συνηθισμένου Κορεάτη πατέρα».

Και η κορεατική κοινωνία εν γένει; Παρουσιάζεται κλειστή και αδύναμη να αγκαλιάσει το διαφορετικό. Η πρωταγωνίστρια περιθωριοποιείται επειδή έκανε μια προσωπική επιλογή, που δεν είχε καμία επίπτωση στους γύρω της. «Το βιβλίο δεν γράφτηκε με την κοινωνιολογική ανάλυση της κορεατικής κοινωνίας κατά νου», μου λέει. «Αν πάντως το ερώτημα είναι κατά πόσο η κορεατική κοινωνία είναι συντηρητική, νομίζω ότι θα πρέπει να σας πω ότι πρόκειται για μια υβριδική κοινωνία, όπου τα πάντα συνυπάρχουν δυναμικά και ταυτόχρονα βρίσκονται σε αντίθεση: παραδοσιακές αξίες παράλληλα με εξελιγμένη τεχνολογία πληροφοριών, πειραματισμός, ατομικιστικές τάσεις μαζί με κοινωνική συνείδηση».

Η ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ

Η αφήγηση ξεκινά από τον σύζυγο της ΓιόνγκΧιε (με μια πολύ εντυπωσιακή πρώτη πρόταση: «Πριν η γυναίκα μου γίνει χορτοφάγος, ποτέ μου δεν είχα σκεφτεί ότι ήταν ένα άτομο ξεχωριστό»), στο δεύτερο μέρος τη σκυτάλη παίρνει ο κουνιάδος της πρωταγωνίστριας και στο τελευταίο μέρος η αδελφή της. Η ΓιόνγκΧιε, συμβολικά, «στερείται φωνής», όπως μου λέει η συγγραφέας, και με εξαίρεση έναν εμβόλιμο μονόλογό της σε ένα σχετικά αρχικό σημείο, τη γνωρίζουμε μέσα από τα μάτια των άλλων. «Ήθελα οι αναγνώστες να συναντήσουν τη ΓιόνγκΧιε με αυτόν τον τρόπο. Αντί να περιγράψω τον πόνο της ευθέως, ήθελα να τους κάνω να αισθανθούν την απόγνωση, την αηδία, τον πόνο και τη βίαιη μοναξιά».


Η Χαν Γκανγκ σε εκδήλωση στη Σεούλ, αμέσως μετά την επιστροφή της από την Αγγλία με το βραβείο Booker, το 2016. © JUNG YEON-JE / AFP/Visualhellas.gr


Η συγγραφέας δεν αρνείται ότι υπάρχει και μια φεμινιστική ανάγνωση· όλοι οι αντρικοί χαρακτήρες έχουν εξαιρετικά προβληματικές συμπεριφορές και υπάρχουν στιγμές που το μυθιστόρημα μοιάζει να σχολιάζει τη βαριά σκιά της πατριαρχίας. Η ίδια θεωρεί ότι αυτή είναι μόνο μία παράμετρος, όμως όχι η βασική. «Αυτό το μυθιστόρημα μιλάει για τη δυνατότητα ή μη της ανθρώπινης βίας και της αθωότητας. Ταυτόχρονα, μιλάει για το φυσιολογικό και την τρέλα, την ηθική και την απόδραση από όλα αυτά. Σε κάποιο σημείο η μητέρα της ΓιόνγκΧιε της λέει: “Αν δεν τρως κρέας, οι υπόλοιποι άνθρωποι του κόσμου θα σε φάνε”. Παρακολουθούμε την απομόνωση και τον κίνδυνο αυτού του μοναδικού ατόμου που δεν τρώει κρέας μέσα σε έναν κόσμο όπου όλοι είναι κρεατοφάγοι, την εικόνα της ΓιόνγκΧιε που προσπαθεί να διατηρήσει την πεποίθησή της, με κίνδυνο της ίδιας της της ζωής, και πιστεύει ότι δεν είναι άνθρωπος μέσα στον ανθρώπινο κόσμο».

Θα ήταν κρίμα να προδώσω την εξέλιξη της ιστορίας μέσα από ορισμένες απαντήσεις της, αλλά θα ήταν επίσης κρίμα αν δεν μετέφερα μια πληροφορία την οποία όσοι έχουν διαβάσει ήδη το βιβλίο φαντάζομαι ότι θα εκτιμήσουν: «Ως παιδί διάβασα την ελληνική μυθολογία. Ειδικά η ιστορία του Απόλλωνα και της Δάφνης μού είχε κάνει μεγάλη εντύπωση. Θυμάμαι, όταν κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα, διάβασα με ενδιαφέρον την ανάλυση ενός κριτικού ο οποίος βασίστηκε στη μυθολογική ιστορία της Δάφνης. Όταν έγραφα το μυθιστόρημα, δεν το έκανα συνειδητά, αλλά ίσως η ιστορία είχε παραμείνει στο υποσυνείδητό μου».  

* Ευχαριστούμε θερμά τη μεταφράστρια του βιβλίου, Αμαλία Τζιώτη, για τη βοήθειά της στη μετάφραση της συνέντευξης.


Info:  Χαν Γκανγκ, «Η χορτοφάγος», εκδόσεις Καστανιώτη
 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ