ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Η Μεταπολίτευση τελείωσε

ΟΛΓΑ ΣΕΛΛΑ

«Η επίκληση των “κεκτημένων” είναι ελαφρώς παιδιάστικη», λέει η Αγγέλα Καστρινάκη. «Προϋποθέτει μια υπέροχη οικογένεια που έχει πάντα λεφτά στην τράπεζα και την υποχρέωση να μας φροντίζει».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στο νέο της βιβλίο «Και βέβαια αλλάζει! Αφήγημα για τη Μεταπολίτευση» (εκδ. Κίχλη), η Αγγέλα Καστρινάκη, καθηγήτρια της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης, αφηγείται με ζηλευτή ειλικρίνεια, αμεσότητα και τρυφερότητα τα βήματά της στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, τις ανακαλύψεις και τις αγωνίες της, τους προβληματισμούς και την κοπιώδη αλλά γοητευτική διαδικασία της πορείας προς την ωριμότητα και την ενηλικίωση. Ωριμότητα και ενηλικίωση που ασφαλώς δεν αφορούσαν μόνο τους τότε εφήβους, αλλά και την έφηβη και ανώριμη πολιτικά ελληνική κοινωνία. Είναι ένα αφήγημα που, περιγράφοντας μια προσωπική διαδρομή, εξιστορεί ταυτόχρονα αρκετά από όσα αφορούσαν αυτή τη χώρα εκείνα τα χρόνια. Ενα βιβλίο που κοιτάζει προς την αφετηρία της ενήλικης διαδρομής όσων είναι σήμερα λίγο μετά τα 50, αλλά και προς την αφετηρία των βημάτων της ελληνικής κοινωνίας μετά τη Μεταπολίτευση.

– Μιλάτε για μια εποχή που αφορά όσους βρίσκονται σήμερα στην πιο παραγωγική ηλικία και μερικοί από αυτούς είναι σε θέσεις-κλειδιά σε πολλούς τομείς. Αρκετοί πέρασαν από τον πολιτικό χώρο που περιγράφετε: την ανανεωτική Αριστερά. Πιστεύετε ότι κουβαλούν ακόμα κάποια από όσα τους διαμόρφωσαν στη νιότη τους;

– Περιγράφω ένα τμήμα της πολιτικής νεολαίας «Ρήγας Φεραίος» της περιόδου 1976-1979, που είχε ορισμένες κοινές αρχές: παρέμβαση στους θεσμούς (όχι κριτική από τα έξω), διαρθρωτικές αλλαγές και όχι «ρήξεις», μεταρρυθμίσεις με γνώμονα τον ορθό λόγο. Οι άνθρωποι αυτοί συνέχισαν κατά τα χρόνια που ακολούθησαν, όχι τόσο μέσα από τους δρόμους της πολιτικής όσο στους χώρους της δουλειάς τους, να δρουν με τον ίδιο τρόπο. Και τώρα, στην κρίση, τους συναντώ ξανά να ακολουθούν παρόμοια γραμμή: ρεαλισμό και ευαισθησία. Συμβιβασμό στο ελάχιστο για να κερδίσουμε (ή να μη χάσουμε) το μέγιστο.
Τα «κεκτημένα»

– Η Μεταπολίτευση τελείωσε; Οταν θεωρούνταν από κάποιους υπερβολικά ή ξεπερασμένα κάποια συνθήματα τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, τι «ακούτε» όταν τα φωνάζουν σήμερα σε συγκεντρώσεις;

– Μιλάτε μάλλον για τη 15χρονη ηρωίδα μου, που δυσκολευόταν να φωνάξει το 1976 στις διαδηλώσεις «Ψωμί- Παιδεία-Ελευθερία» και που αισθανόταν την υψωμένη γροθιά κάπως σαν αναχρονιστική υπερβολή. Επρόκειτο όμως για μια κοινωνία που έλυνε μέρα με τη μέρα τα βιοτικά της προβλήματα και έβαινε προς την ευμάρεια. Η τωρινή κοινωνία έχει το τρομερό πρόβλημα της προσαρμογής σε μια χαμηλότερη βαθμίδα, και βέβαια αυτό δεν καταπίνεται εύκολα. Πάντως η επίκληση των «κεκτημένων» είναι ελαφρώς παιδιάστικη: προϋποθέτει μια υπέροχη οικογένεια που έχει πάντα λεφτά στην τράπεζα και την υποχρέωση να μας φροντίζει. Αλλά δυστυχώς ούτε η οικογένεια λέει «όλα για το παιδί μου» ούτε λεφτά έχει στην πάντα. Με βάση αυτά, μάλλον πρέπει να δεχτούμε ότι η Μεταπολίτευση έχει τελειώσει.

– «Εξακολουθώ να δείχνω απέραντο σεβασμό προς τους παλιούς συντρόφους. Οτιδήποτε κι αν έκαναν μετά, οτιδήποτε κι αν συνέβη», λέει ένας ήρωάς σας. Πιστεύετε ότι εκείνη η εποχή, κάθε εποχή με συλλογικότητες, διατηρεί αναλλοίωτες κάποιες σχέσεις;

– Ο ήρωάς μου ο συγκεκριμένος (πραγματικό πρόσωπο βέβαια) έχει ζήσει φυλακές, ξύλο, καταστάσεις ακραίες μες στη χούντα. Λέει μία από τις πιο συγκινητικές φράσεις του βιβλίου: «Ηταν σοβαρά παιδιά και γενναίοι άνθρωποι». Το λέει μάλιστα όχι μόνο για τους συντρόφους στο ίδιο κόμμα, αλλά και για τους αντιπάλους, τα μέλη π.χ. του ΚΚΕ, με τους οποίους ήμασταν στα μαχαίρια. Εγώ έζησα μονάχα τις ήπιες καταστάσεις της Μεταπολίτευσης. Εχω όμως μια αυτόματα θετική προκατάληψη για όσους μαθήτευσαν στον χώρο της ανανεωτικής Αριστεράς, ίσως και εν γένει της Αριστεράς. Διαθέτουμε αν μη τι άλλο μια κοινή γλώσσα.

Χωρίς ναρκισσισμό

– Τι έχετε κρατήσει από τα αποφθέγματα που σας διαμόρφωσαν και τα συνθήματα που σας σημάδεψαν;

– Οι έφηβες ηρωίδες μου έχουν επιπέσει στον Μπρεχτ (Ιστορίες του κ. Κόινερ) και αναλύουν ενδελεχώς το αινιγματικό απόφθεγμα «σοφή στους σοφούς είναι η στάση», δηλαδή, όπως εννοούν εντέλει, το «ο σκοπός ΔΕΝ αγιάζει τα μέσα». Αυτή είναι ουσιαστικά μια μελέτη δημοκρατίας, καθώς δίνει μεγάλη έμφαση στη διαδικασία και τη συμμετοχή. Θέλω να πιστεύω ότι την αρχή αυτή την έχω τηρήσει. Ιδιαίτερα σημαντικό όμως ήταν για μένα και το απόφθεγμα «το καλύτερο είναι εχθρός του καλού», ρήση του μικρού θεού, του «καθοδηγητή» μου. Χωρίς αυτό δεν θα είχα δημοσιεύσει το βιβλίο για το οποίο με ρωτάτε τώρα. Θα το χτένιζα για πολύ καιρό για να γίνει «καλύτερο», μπορεί και να μη σταματούσα αυτό το χτένισμα στο διηνεκές. Η τελειοθηρία όμως κρύβει συχνά έναν ναρκισσισμό. Αυτή η συγκεκριμένη ομάδα της ανανεωτικής Αριστεράς πιστεύω δεν τον είχε. Ο ναρκισσισμός, χμ, νομίζω ότι είναι ένα από τα θανάσιμα αμαρτήματα.

Ακούγοντας τον Λεωνίδα Κύρκο

– Κινηθήκατε σ’ ένα χώρο όπου είχατε την τύχη να γνωρίσετε από νωρίς σπουδαίες προσωπικότητες. Τι κρατάτε απ’ αυτές τις γνωριμίες; Ποια παραμένει άσβηστη;

– Η πιο «άσβηστη» είναι βέβαια ο Λεωνίδας Κύρκος. Ομως δεν τον είχα γνωρίσει προσωπικά. Τον είχα ακούσει σε προεκλογική συγκέντρωση το 1977, σε ένα κάπως μίζερο θέατρο στη Βόρεια Ελλάδα, και είχα μαγευτεί. Αυτή τη μαγεία θέλησα να αποτυπώσω στις σελίδες που του αφιερώνω. Γιατί, όπως λέει ένας από τους ήρωες, ο σπουδαίος Μάκης, ο καθοδηγητής (όλοι οι παροικούντες γνωρίζουν για ποιον πρόκειται), «ο Κύρκος δεν ήταν μόνο ρήτορας, όπως λένε κάποιοι τώρα. Ηξερε να συνδυάζει την καθημερινή ζωή με τις ιδέες. Να μιλά στην καρδιά και στο μυαλό».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ