ΘΕΑΤΡΟ

Η καθηλωτική συνομιλία Σοφοκλή – Τούμινας

i-kathilotiki-synomilia-sofokli-amp-8211-toyminas-2145063

Η πρόκληση υπήρχε: η πιο εμβληματική τραγωδία του Σοφοκλή, ο «Οιδίπους Τύραννος», έτσι όπως τον προσεγγίζει το ιστορικό ρωσικό Θέατρο Βαχτάνγκοφ και ο σκηνοθέτης και διευθυντής του Ρίνας Τούμινας από τη Λιθουανία. Ηταν η ιδέα που είχε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, Στάθης Λιβαθινός, να συνεργαστούν αυτά τα δύο θέατρα σε μια αρχαία τραγωδία στο αρχαίο θέατρο Επιδαύρου, στο Φεστιβάλ Επιδαύρου. Ηταν εξαρχής όλα ξεκάθαρα: οι Ρώσοι ηθοποιοί θα ερμήνευαν τους ρόλους και θα μιλούσαν ρωσικά και ο χορός θα είχε μέλη τους Ελληνες ηθοποιούς, Ελληνα μουσικό (τον αναπληρωτή διευθυντή του Εθνικού, Θοδωρή Αμπαζή) και θα μιλούσαν ελληνικά. Δύσκολο εγχείρημα. Μεγάλη πρόκληση. Μια πρόκληση που αποδέχθηκαν οκτώ χιλιάδες θεατές και τις δύο ημέρες, ανάμεσά τους, την πρώτη ημέρα, και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, με τη σύζυγό του.

Την περασμένη Παρασκευή το βράδυ, η ορχήστρα του αργολικού θεάτρου φιλοξενούσε μεταλλικά σκηνικά: έναν τεράστιο κύλινδρο με κάποια ανοίγματα, μερικές μεταλλικές καρέκλες, μερικά βαρέλια… Μόνο αυτά (σκηνικά Adomas Jacovskis), αλλά αρκούσαν. Τα φώτα έσβησαν και έξω από την ορχήστρα, έξω από το θέατρο, προς τα σκαλιά που οδηγούν στο Ανω Διάζωμα, εμφανίστηκαν δύο μικρά κορίτσια που έπαιζαν και γελούσαν. Η Αντιγόνη και η Ισμήνη, νεαρές, αθώες, ευτυχισμένες, ανίδεες (Αφροδίτη Αντωνάκη, Γεωργία Μητροπούλου). Και την ίδια στιγμή, τα μεταλλικά μαύρα πουλιά που περνούσαν στο πίσω μέρος της ορχήστρας έμοιαζε να σκιάζουν την αθωότητα και την ανεμελιά της στιγμής και να προοιωνίζονται τα φρικτά που θα ακολουθούσαν. Ηταν η πρώτη σχεδόν σκηνή της παράστασης, που μας καθήλωσε για το επόμενο δίωρο, όσο διήρκεσε η παράσταση δηλαδή. Και στη διάρκεια αυτή είδαμε τη λιτότητα, μαζί με τη στιβαρότητα και τη μεστότητα των ερμηνευτικών μέσων των Ρώσων ηθοποιών, ακούσαμε –ναι, ακούσαμε, διαβάζοντάς τον στις οθόνες των υποτίτλων, ακέραιο τον λόγο του Σοφοκλή–, απολαύσαμε τα «μουσικά όργανα» που οι φωνές του χορού έφτιαχναν, είτε ακουμπώντας σε πολυφωνικά ηπειρώτικα είτε σε βυζαντινές φόρμες ή σε άλλους μουσικούς δρόμους, αλλά και τον τρόπο που μετείχαν με τα χορικά στη συνέχεια της δράσης.

Κι εκείνος ο τεράστιος μεταλλικός κύλινδρος που καταπίνει τους ανθρώπους και τους ξαναφέρνει πίσω – να είναι οι αλλαγές της ζωής; Κι ο Κρέων που στην πρώτη εμφάνιση δείχνει ένα αλλοπαρμένο, κακομαθημένο, αύθαδες και υστερικό πλάσμα και στην πορεία τραγουδάει το «Είμαι αητός χωρίς φτερά», αλλά σιγά σιγά ωριμάζει, συγκροτείται, αναλαμβάνει ευθύνες; Και η μυθική πρωταγωνίστρια Λουντμίλα Μακσάκοβα, που ενσαρκώνει, χωρίς να μιλήσει, την ιστορία του ρωσικού θεάτρου; Και ο επηρμένος στην αρχή, απόλυτος ηγεμόνας Οιδίπους (ο γοητευτικός Βίκτορ Ντομπρονράβοβ) που σιγά σιγά τσακίζεται από τη μοίρα που δεν διάλεξε, αλλά υπηρέτησε τις επιταγές της; Κι εκείνος ο βουβός δούλος, η ενσάρκωση της απόλυτης υπακοής στην εξουσία και τις επιθυμίες της; Τίποτα δεν ήταν τυχαίο σ’ αυτή την παράσταση. Ο Ρίμας Τούμινας τον έψαξε πολύ τον Σοφοκλή, συνομίλησε μαζί του, μας πρόσφερε τη στέρεη παράδοση του ρωσικού θεάτρου, μέσα από σπουδαίες ερμηνείες, μας συγκίνησε ξανά και μας φώτισε τις μικρές στιγμές των σχέσεων, των αγγιγμάτων, της βουβής συντριβής των προσώπων, του δέους, της απελπισίας, του μεγαλείου. Θυμόμαστε τους συγκλονιστικούς βοσκούς, τους ταπεινούς που αποκαλύπτουν την αλήθεια της ιστορίας, τη σκηνή με τις δύο κόρες του Οιδίποδα, μετά την αποκάλυψη της αλήθειας, που αποτραβιούνται από το χάδι του, και τον υπέροχο εκείνο άγγελο πότε με μαύρα, πότε με άσπρα φτερά. Να παραπέμπει άραγε στον πίνακα του Βίκτορ Βάσνετσοφ «Το τραγούδι της χαράς και της λύπης»;

Για δύο βραδιές, οι θεατές που αποφάσισαν να κατηφορίσουν στην Επίδαυρο αποζημιώθηκαν, έμειναν για δύο ώρες ακίνητοι και στο τέλος αποθέωσαν τους συντελεστές της παράστασης, η οποία θα επαναληφθεί στις 22 Σεπτεμβρίου στο Ηρώδειο.