ΠΡΟΣΩΠΑ

Στο αυτί… για ανομολόγητα μυστικά

sto-ayti-amp-8230-gia-anomologita-mystika-2145495

Τη γνωρίζω αρκετά χρόνια και τη θεωρώ από τους ανθρώπους που υπερασπίζεται τις σταθερές της. Η συγγραφέας Ευγενία Φακίνου ζει στο ίδιο σπίτι πολλά χρόνια, έχοντας δίπλα της, εδώ και πενήντα χρόνια, τον ίδιο σύντροφο, τον επίσης συγγραφέα Μιχάλη Φακίνο· τα ρούχα της είναι στο ίδιο στυλ και τα ράβει μόνη της· παραμένει εδώ και πολλά χρόνια στον ίδιο εκδότη, στον Θανάση Καστανιώτη· μαγειρεύει καθημερινά, φροντίζει τα λουλούδια της, πηγαίνει εδώ και πολλά χρόνια διακοπές στην Εύβοια και έχει πάντα, ακόμα και στις δύσκολες στιγμές, το ίδιο πληθωρικό χαμόγελο.

Αλλά η βασικότερη σταθερά της είναι ο τρόπος που αφηγείται τις ιστορίες της, ο τρόπος που μπλέκει τη μεγάλη ιστορία αυτού του τόπου με τις μικρές ιστορίες των ανθρώπων, ο τρόπος που μας κάνει κοινωνούς άλλων άγνωστων σε μας ανθρώπων, και το πώς εκείνοι οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν τις μεγάλες ανατροπές της ιστορίας και της καθημερινότητάς τους.

Το τελευταίο, δέκατο έβδομο (!) βιβλίο της κυκλοφόρησε στις αρχές του καλοκαιριού από τις εκδόσεις Καστανιώτη με τον τίτλο «Στο αυτί της αλεπούς». Είναι η ιστορία αυτού του τόπου από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα, μέσα από τη διαδρομή μιας γυναίκας, των επιγόνων της, των ανθρώπων που συνάντησε, αυτών που αγάπησε, αυτών που τη διέψευσαν. Είναι μια πολύ διαφορετική αφήγηση σημαντικών στιγμών αυτής της χώρας, και κυρίως το πώς αυτές οι στιγμές επηρέασαν τους ανώνυμους ανθρώπους. Και σ’ αυτό το χρονικό διάστημα, η Ευγενία Φακίνου μας ταξιδεύει, μέσω των ηρώων της, σε πολλούς τόπους αυτής της χώρας: στην Υδρα, στη Σύμη, στη Δραπετσώνα, στη Γούβα, στην Κυψέλη, στη Ναύπακτο.

Ο τίτλος

Από τον κάπως περίεργο τίτλο ξεκίνησε η συζήτησή μας. Και η συζήτηση με την Ευγενία Φακίνου είναι όπως όταν διαβάζεις τα βιβλία της. Σε μεταφέρει απολύτως στη στιγμή που περιγράφει, σου μεταφέρει τα συναισθήματά της, σε κάνει συμμέτοχο στην εικόνα της. Και κάθε φορά σου χαρίζει κάτι από τις σκέψεις της, από τη διαδρομή της.

«Καθώς γράφω, σημειώνω υποψήφιους τίτλους, που μπορεί να προέρχονται από μια φράση του βιβλίου ή συμπυκνωμένη κάποια ιδέα. Η ξεκούρασή μου όταν γράφω, πέρα από τα κεντήματα και το μαγείρεμα, είναι τα ντοκιμαντέρ. Εβλεπα, λοιπόν, ένα ντοκιμαντέρ για τα κάστρα της Γαλλίας. Και εκεί ακούω την παλιά γαλλική παροιμία “δεν εξομολογούμαι στο αυτί της αλεπούς”. Και λέω “εδώ είμαστε”. Εκείνη την ώρα από ένστικτο, χωρίς να μπορώ να καταλάβω το γιατί. Ηξερα όμως ότι ήταν ο τίτλος μου. Μετά που κάθισα να το σκεφτώ, η ερμηνεία είναι ότι, πράγματι, δεν μιλάμε σε ακατάλληλα αυτιά, σε αυτιά που δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε. Κι αν θέλω να το τραβήξω ακόμη περισσότερο, ακόμη κι ο συγγραφέας δεν ξέρει σε τι αυτιά αναγνώστη θα φτάσει το βιβλίο του».

Ετσι κι αλλιώς στο βιβλίο αυτό υπάρχουν πάρα πολλά ανομολόγητα μυστικά, κι έτσι ο ενστικτώδης τίτλος ήταν απολύτως ταιριαστός. «Ταίριαξε», λέει η Ευγενία Φακίνου, «ενώ οι ηρωίδες βρίσκουν ανθρώπους να τις ακούσουν και να τους εμπιστευτούν. Μετά από καιρό βέβαια. Η Αννέζω μιλάει στη Μικρασιάτισσα πρόσφυγα, η Αννα μιλάει στον γιατρό Ευρυβιάδη και κυρίως σ’ αυτή την ανδρική κούκλα της βιτρίνας, και την ονομάζει κύριο Ντίκενς. Που αυτό μπορεί να είναι το άλλο της εγώ ή η ανδρική φιγούρα που θα ήθελε να υπάρχει στη ζωή της».

Μετάλλαξη

Εχει μετανιώσει η Ευγενία Φακίνου για πράγματα που έχει πει σε ακατάλληλα αυτιά; «Αυτό με κατατρέχει από την παιδική μου ηλικία. Γιατί ήμουν μοναχική και εσωστρεφής, δυσκολευόμουν να επικοινωνήσω και όταν το έκανα, μάλλον το έκανα με λάθος τρόπο. Το βράδυ που κοιμόμουνα έβαζα το χέρι μου στο στόμα για να μη μιλάει όπου να ’ναι. Αυτό το θυμήθηκα τώρα». Μεγαλώνοντας, απέκτησε την εμπειρία να ξεχωρίζει τους ανθρώπους που μπορεί να εμπιστευτεί. «Εγώ υπέστην μία μετάλλαξη στα 18, 19 μου. Μέχρι τότε ήμουν μια κοπέλα που δεν είχε πολλά πολλά. Δύσκολο παιδί ήμουν, με δύσκολη εφηβεία. Και ξαφνικά βρίσκομαι ξεναγός, να πρέπει να μιλάω σε άγνωστους ανθρώπους και επειδή ήμουνα πάντοτε φιλότιμη ήθελα να τους μεταδώσω αυτή την αγάπη για τον τόπο. Εγώ τον αγάπησα τον τόπο ως ξεναγός. Ηθελα να μη φύγουν χωρίς να έχουν καταλάβει. Νομίζω ότι έκανα ωραίες θεατρικές ξεναγήσεις. Δηλαδή, στις Μυκήνες, στην αίθουσα του λουτρού, όπου έγινε ο φόνος, πιστεύω πως έγινα αρκούντως θεατρική. Κι επειδή έκανα πριβέ ξεναγήσεις, έπρεπε να τρώω με τους ξένους, κι αυτό απαιτούσε μια κοινωνική συμπεριφορά. Κι εκεί πράγματι άλλαξα, κι αυτό απαίτησε μεγάλο κόπο από μένα, γιατί δεν ήμουνα έτσι. Από τη στιγμή που το ανακάλυψα, όμως, μάλλον μου άρεσε. Με αποτέλεσμα, όταν κατέβαινα στη Σύμη τα καλοκαίρια, να μη μαζεύομαι στο σπίτι και να βρίσκομαι όλο στις γειτονιές με τις γυναίκες. Και χωρίς να το καταλαβαίνω, μάζευα ένα υλικό».

Η κουβέντα γίνεται χαλαρή, όπως πάντα με την Ευγενία Φακίνου, ίσως γιατί με τα χρόνια έχουμε αποκτήσει αμφίπλευρη εμπιστοσύνη. Κάπως έτσι μου είπε ότι μεγάλωσε σ’ ένα μικρό μπαλκονάκι. «Ημουνα γνωστή στη γειτονιά, ως “το κορίτσι στο μπαλκονάκι”. Ο πατέρας μου ταξίδευε, η μάνα μου δούλευε νοσοκόμα, έκανε ενέσεις τότε, κι εγώ, τα καλοκαίρια που δεν είχα σχολείο, παρατηρούσα τους ανθρώπους από εκείνο το μπαλκονάκι. Και ήταν κι αυτό ένα υλικό».

Πάμε στη διαδικασία της συγγραφής. Οταν τελειώνει το γράψιμο ενός βιβλίου, υπάρχουν βαθμίδες ικανοποίησης; Σε άλλα αισθάνεσαι πιο πλήρης, σε άλλα λιγότερο ή δεν το τελειώνεις ποτέ αν δεν βγει;
«Αααα, δεν το τελειώνω αν δεν βγει. Αλλά η χαρά του συγγραφέα είναι η χαρά της ημέρας. Δηλαδή, αν το κείμενο που βγήκε στις εργατοώρες που αφιέρωσες, έχει προσεγγίσει αυτό που υπήρχε στο μυαλό ως όραμα, τότε έχεις χαρά. Το καταλαβαίνεις. Αν δεν το πετύχεις, δεν υπάρχει λόγος να το βασανίσεις εκείνη την ώρα. Προσωπικά το αφήνω και επιστρέφω την επομένη ή τη μεθεπομένη. Δηλαδή, θα προχωρήσω το βιβλίο λίγο και θα ξαναγυρίσω στο κομμάτι που δεν με έχει ικανοποιήσει. Υπάρχουν όμως διαφορετικά συναισθήματα από βιβλίο σε βιβλίο. Δηλαδή, σ’ αυτό το τελευταίο είχα την ίδια αίσθηση που είχα στο “Εβδομο ρούχο” και στο “Ερως, θέρος, πόλεμος”. Νομίζω ότι αυτά τα τρία βιβλία συνομιλούν».

Γυναίκες και ιστορία

Θα κάνω μια ερώτηση, την οποία συνήθως αποφεύγουν να απαντήσουν οι συγγραφείς: να υποθέσω ότι αυτά τα τρία είναι τα αγαπημένα σου;

«Δεν θα αποφύγω καμία απάντηση. Οχι, δεν είναι απαραίτητα τα αγαπημένα μου. Ανήκουν όμως στην ίδια κατηγορία, στην κατηγορία της σχέσης των γυναικών με την ιστορία. Και με την ίδια μέθοδο, και σ’ αυτά τα τρία βιβλία, εντάσσεται η ιστορία ως πλαίσιο στη ζωή των γυναικών. Η ζωή των οποίων διαμορφώνεται από τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες που ζούνε».

Ενα ακόμη βιβλίο από την Ευγενία Φακίνου, «Στο αυτί της αλεπούς», μέσω του οποίου αποκαλύπτεται –κεκαλυμμένα– αλλά ομολογεί ότι έχει δανείσει στην Αννα πολλά δικά της στοιχεία, ότι οι σκηνές της Κυψέλης είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου αυτοβιογραφικές, και την ίδια στιγμή βάζει αυτή την Αννα-Ευγενία να ονειρεύεται, να ελπίζει, να αναπολεί, να προχωράει. «Ηθελα αυτό το κορίτσι να έχει την ηλικία μου τότε, γιατί με βόλευε στην τοποθέτηση την ιστορική. Αυτή την υπέροχη πολιτιστική άνοιξη που έζησε η γενιά μου τη δεκαετία από το 1963 ώς το 1967, αυτή την τραγική απογοήτευση με τη δικτατορία, που τότε δεν ξέραμε αν θα κρατούσε 7 ή 47 χρόνια… Ξέρεις τι σκέφτομαι τώρα, από μια απόσταση; Οτι κάθε γενιά έχει τον δικό της Γολγοθά. Η γενιά του πατέρα χαντακώθηκε με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Φάγανε τα νιάτα τους. Ο πατέρας μου έκανε 12 χρόνια στρατό, γιατί είχε μια ειδικότητα απαραίτητη. Η δική μου γενιά είχε τη δικτατορία που μας πέτυχε στην πιο δημιουργική ηλικία, αλλά ευτυχώς κράτησε επτά χρόνια και μπορέσαμε να πάρουμε τα πάνω μας. Η γενιά των παιδιών μου, που ξεκίνησε με εφόδια, με όνειρα, με δυνατότητες εξαιρετικές, ανεξαρτητοποιήθηκε, δούλευε, της έπεσε η κρίση και της έκοψε τα πόδια».