ΘΕΑΤΡΟ

Το θέατρο ως απάντηση στο bullying

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Οι ηθοποιοί του ΚΘΒΕ που συμμετέχουν στη δράση «Face_Φό-ΡΑ ΣΤΟΠ» φορούν λευκές μάσκες για να κρύβουν τα χαρακτηριστικά τους, υποδηλώνοντας τα πλαστά χαρακτηριστικά ταυτότητας που μπορεί να δηλώσει ο καθένας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. (Φωτ.: Γιώργος Χρυσοχοΐδης/ ΚΘΒΕ)

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Γνωριστήκαμε πριν από λίγα χρόνια, όταν εκείνος ήταν στο γυμνάσιο. Τα περιττά κιλά του ήταν η αφορμή για πειράγματα. Οι φαινομενικά «αθώες» πλάκες μιας ομάδας συμμαθητών του έγιναν σταδιακά επώδυνες.

Ενα καθημερινό, επαναλαμβανόμενο, ψυχολογικό μαρτύριο στη αυλή του σχολείου. «Συμβαίνουν αυτά», ήταν η μόνιμη επωδός που άκουγε τότε ο νεαρός Ιωάννης Κ. από το σχολικό του περιβάλλον. Σήμερα είναι 18 ετών, ένας νέος άνδρας που πάλεψε για να βγει από τη σκοτεινή γωνία της αυλής και προσπαθεί να βρει τον δρόμο του στην αρχή της ενήλικης ζωής του. Η συμμετοχή του σε μια θεατρική παράσταση και η ακόλουθη αναπτέρωση του ηθικού του τον βοήθησαν να μιλήσει για αυτό που βίωνε. «Στη σχολική μας παράσταση είχα τον ρόλο του Αρχοντόπουλου του Βυζαντίου στον “Ερωτόκριτο” του Κορνάρου. Το έργο ανέβηκε δύο φορές και μάλιστα βραβεύθηκε. Οταν βιώνεις το bullying, αυτό που νιώθεις είναι ότι είσαι ένα τίποτα, ότι δεν αξίζεις, και κατηγορείς τον εαυτό σου γι’ αυτό που σου συμβαίνει. Η επιβράβευση του κόσμου όταν ήμουν στη σκηνή με ανέβασε ψυχολογικά. Ενιωσα καλά με τον εαυτό μου και κατάφερα να μιλήσω περισσότερο γι’ αυτό που μου συνέβαινε», σημειώνει.

Συναντάμε τον παιδοψυχίατρο - θεραπευτή Αλέξη Λάππα στο γραφείο του στη Θεσσαλονίκη. Μέλος του Βασιλικού Κολεγίου Ψυχιάτρων της Αγγλίας, επέστρεψε στην Ελλάδα το 2008, έχοντας εξειδικευτεί και αντιμετωπίσει θέματα ρατσισμού, μετανάστευσης και φαινομένων βίας μεταξύ ανηλίκων. Το bullying, όπως τονίζει, δεν μπορούμε να το εξετάσουμε μεμονωμένα και αποκομμένα από ένα μεγαλύτερο πρόβλημα που «φωλιάζει» στα βάθη της ελληνικής κοινωνίας, την οικειοποίηση της χρήσης βίας και την αποδοχή της από μέρος της κοινωνίας ως μέσου επίλυσης των μεταξύ μας διαφορών.

«Αν θα θέλαμε να βάλουμε έναν κοινό παρανομαστή στα φαινόμενα βίας, από την ενδοσχολική βία στον σχολικό εκφοβισμό και μεταξύ νέων εκτός σχολείου, είναι ότι ως κοινωνία αποδεχόμαστε την έννοια της δύναμης, ως επιβολής και όχι ως δημιουργικότητας και διαλεκτικής επίλυσης των προβλημάτων. Η βία στην οικογένεια, στο σχολείο, κατά των γυναικών είναι ακόμη θέματα ταμπού για την ελληνική κοινωνία», σημειώνει.

Κοινά χαρακτηριστικά

Σε πρόσφατες έρευνες για την ανάλυση του φαινομένου προκύπτει ότι το οικογενειακό περιβάλλον του θύτη και του θύματος έχει ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά. «Ο πιο ισχυρός παράγοντας είναι ένα δυσλειτουργικό οικογενειακό περιβάλλον. Συνήθως υπάρχουν ορισμένα χαρακτηριστικά, όπως οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, που δημιουργούν στο παιδί μια αίσθηση αδυναμίας ή ένα περιβάλλον όπου τα προβλήματα οδηγούν σε υψηλές εντάσεις και λύνονται με τη χρήση βίας μεταξύ των γονιών και δημιουργούν τις συνθήκες για ένα παιδί να μπει στη θέση του θύτη. Ενα άλλο κοινό γνώρισμα του θύτη και του θύματος είναι η ανασφάλεια που νιώθουν στο σχολικό περιβάλλον. Η ομογενοποίηση στις παρεμβάσεις των εκπαιδευτικών είναι κάτι που λείπει», τονίζει ο κ. Λάππας.

Για πολύ καιρό ο Ιωάννης δεν ήθελε να μιλήσει γι’ αυτό που του συνέβαινε στη σχολική αυλή. Το αίσθημα της ντροπής και ο φόβος του περαιτέρω στιγματισμού ήταν αυτά που τον οδήγησαν σε μια εσωστρεφή συμπεριφορά. «Δεν ήθελα να πάω σχολείο, δεν είχα όρεξη να κάνω τα μαθήματά μου, ούτε να συμμετέχω σε κάποια δραστηριότητα», δηλώνει. Η ανάδειξη των βαθύτερων συναισθημάτων των παιδιών, είτε αυτά περιγράφονται ως «θύτες» είτε «θύματα» του bullying, είναι το «κλειδί» για τους ειδικούς επιστήμονες για την επιτυχημένη αντιμετώπιση των φαινομένων βίας.

Θεαματικά αποτελέσματα

«Ενα παιδί θυμωμένο, στενοχωρημένο και φοβισμένο, που μαθαίνει να λεκτικοποιεί ή να εκδραματίζει διαφορετικά τα συναισθήματά του, δεν θα επιλέξει να τα επιδείξει μέσα από τη βία σε ένα άλλο παιδί ούτε θα επιλέξει σιωπηλά να τα επαναλαμβάνει ως βιώματα μέσα από την υιοθέτηση του ρόλου του θύματος», σημειώνει ο κ. Λάππας. Μέσα από την εξοικείωση με τις τέχνες και τον πολιτισμό και ειδικότερα μέσα από τη θεατρική αγωγή, τη ζωγραφική, τη μουσική και τα παιχνίδια ρόλων, τα παιδιά μαθαίνουν να εκφράζουν τα συναισθήματά τους. Ειδικά για το παιδί που ασκεί βία, η ανάληψη ενός διαφορετικού ρόλου ανάδειξης των δυνατοτήτων του έχει θεαματικά αποτελέσματα. «Μέσα από το θέατρο και την επιτυχή συμμετοχή σε ρόλους διαφορετικούς από αυτούς της μάθησης, αυτά τα παιδιά μπορούν να κατανοήσουν τι πραγματικά συμβαίνει ότι χρησιμοποιούν βία, αλλά κυρίως αντιλαμβάνονται ότι υπάρχει μεγαλύτερη ηρεμία και ικανοποίηση όταν μιλάνε τα ίδια για τον πόνο μέσα τους, παρά όταν χρησιμοποιήσουν τη φωνή του θύματος ως μεγάφωνο για τη δική τους στενοχώρια», τονίζει ο παιδοψυχίατρος.

Οι ήρωες υιοθετούν όλους τους ρόλους: του θύτη, του θύματος και του παρατηρητή

«Αν δεν το κάνεις, τι θα γίνει;», ρωτούν οι ηθοποιοί και οι συντελεστές του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος τους μαθητές που συμμετέχουν στην κοινωνική δράση «Face_Φό-ΡΑ ΣΤΟΠ» για την ευαισθητοποίησή τους στο φαινόμενο του διαδικτυακού εκφοβισμού. Καθισμένοι στα έδρανα του Κέντρου Διάδοσης Επιστημών ΝΟΗΣΙΣ, μαθητές γυμνασίων και λυκείων παρακολουθούν τρεις ανώνυμους ήρωες που επικοινωνούν διαδικτυακά με πλαστά στοιχεία ταυτότητας. «Οι συνήθεις προσεγγίσεις του φαινομένου αναφέρονται σε πραγματικά παραδείγματα ή σε ιστορίες που θα μπορούσαν να έχουν συμβεί. Εμείς δομήσαμε την ιστορία μας με αφαιρετικό τρόπο, δηλώνοντας τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν το φαινόμενο. Οι ήρωες υιοθετούν στην πορεία της ιστορίας, κυκλικά, όλους τους ρόλους: του θύτη, του θύματος και του παρατηρητή», σημειώνει η υπεύθυνη του Τμήματος Δραματολογίου του ΚΘΒΕ που επιμελείται το πρόγραμμα, Αμαλία Κοντογιάννη.

Η αφαιρετική προσέγγιση στη δομή της σύντομης θεατρικής δράσης διευκολύνει τους μαθητές να διερευνήσουν τις πολλές και διαφορετικές μορφές που μπορεί να εκλάβει ο ηλεκτρονικός εκφοβισμός και αποτελεί την αφορμή για περαιτέρω συζήτηση. «Οι απαντήσεις που λαμβάνουμε στο ερώτημα της απειλής που εκκρεμεί είναι πολλές και διαφορετικές, ενώ στη διάρκεια της δράσης διακρίνουμε περιπτώσεις παιδιών που φαίνεται ότι έχουν “αναλάβει” κάποιον από τους τρεις ρόλους της ιστορίας», σημειώνει η ψυχολόγος και επιστημονική συνεργάτις του «Face_Φό-ΡΑ» Φωτεινή Παπαχαραλάμπους. Στη συνέχεια οι μαθητές χωρίζονται σε τρεις υποομάδες και καλούνται να περιγράψουν το προφίλ του κάθε ήρωα και τα χαρακτηριστικά που θεωρούν ότι έχει στην πραγματική του ζωή.

«Μ’ αυτόν τον τρόπο θέλουμε να δείξουμε τη διάσταση που υπάρχει στον πραγματικό κόσμο και στην εικονική ζωή. Ενας κοινός τόπος στις απαντήσεις των παιδιών είναι οι οικογενειακές δυσκολίες που θεωρούν ότι αντιμετωπίζουν οι περισσότεροι, με κυριότερο πρόβλημα το οικονομικό, ενώ και για τους τρεις χαρακτήρες αναφέρουν ότι δεν έχουν πολλούς και πραγματικούς φίλους. Ειδικά για τον θύτη, οι περισσότεροι θεωρούν ότι έχει υπάρξει και θύμα», σημειώνει η κ. Παπαχαραλάμπους. Η δράση ολοκληρώνεται ζητώντας από τα παιδιά να παραθέσουν τους λόγους για τους οποίους πιστεύουν ότι κάποιοι θα μπορούσαν να είναι στόχος εκφοβισμού.

«Αδυναμίες»

«Οι απαντήσεις ποικίλλουν, αλλά δίνεται έμφαση στην εξωτερική εμφάνιση που παίζει σημαντικό ρόλο στην εφηβεία, ενώ ως πιθανές “αδυναμίες” εκλαμβάνονται η εθνικότητα και η σεξουαλική προτίμηση. Οταν καλούνται στο τέλος να συμβουλεύσουν τους θύτες ή τα θύματα, το κοινό χαρακτηριστικό είναι η επικοινωνία του προβλήματος σε κάθε κατεύθυνση», υπογραμμίζει η κ. Κοντογιάννη. Η δράση Φό-ΡΑ (Φόβος – Ρατσισμός ΣΤΟΠ) του ΚΘΒΕ ξεκίνησε το 2012, ενώ αντίστοιχο πρόγραμμα υλοποιείται και από το Εθνικό Θέατρο.

«Εβλεπαν και δεν έλεγαν τίποτα»

Ρωτάμε τον Ιωάννη εάν παρακολούθησε την υπόθεση του Βαγγέλη Γιακουμάκη και μας λέει ότι αυτό που τον «εξόργισε», εκτός από την κατάληξη του άτυχου φοιτητή, είναι η σιωπή των μαρτύρων - παρατηρητών.

«Πάντα υπάρχουν μάρτυρες και συνήθως δεν μιλάνε όταν πρέπει. Και στη δική μου περίπτωση συμμαθητές μου έβλεπαν τι γινόταν και δεν έλεγαν τίποτα», σημειώνει. Οι έρευνες δείχνουν ότι τουλάχιστον ένα στα δύο παιδιά έχει υπάρξει μάρτυρας περιστατικών εκφοβισμού, ενώ σε πολλά παιδιά έχει «αποκαλυφθεί» περιστατικό από εκμυστηρεύσεις φίλων τους, είτε αυτοί είναι θύτες είτε θύματα. «Η πιο δυνατή ανατροφοδότηση του κύκλου βίας γίνεται από τους μάρτυρες, και κάθε ενήλικος, γονιός, καθηγητής ή ειδικός της ψυχικής υγείας που δεν αναλαμβάνει την ευθύνη του γίνεται με τη σιωπή του ο καταλύτης διαιώνισης και αύξησης του φαινομένου», σημειώνει ο κ. Λάππας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ