ΚΟΣΜΟΣ

Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ: Η ζωή του μπεστ σέλερ

ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Δεν αποκλείεται να πρόκειται απλώς για αστικό μύθο, ωστόσο αξίζει να αναφέρουμε ότι, όπως λέγεται, σε πολλούς χώρους εργασίας στη Νορβηγία αναγκάστηκαν να θεσπίσουν κάποιες ημέρες μέσα στην εβδομάδα κατά τις οποίες δεν θα επιτρεπόταν στους υπαλλήλους να συζητούν για τα βιβλία του Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ - για να μη μένει πίσω η δουλειά. Αυτό που ισχύει σίγουρα είναι ότι τα βιβλία αυτά αποτέλεσαν ένα σπάνιο εκδοτικό φαινόμενο στην πατρίδα του - το 2012 πουλήθηκαν 458.000 αντίτυπα, αριθμός υπερβολικός αν αναλογιστεί κανείς ότι η χώρα έχει μόλις 5 εκατ. κατοίκους. Δεν είναι, όμως, τόσο ο αριθμός των πωλήσεων που προκαλεί εντύπωση, αλλά το περιεχόμενο των βιβλίων, καθώς δεν πρόκειται ούτε για τις χαριτωμένες περιπέτειες κάποιου μικρού μάγου ούτε για τις ερωτικές φαντασιώσεις των ηρώων της Ε. Λ. Τζέιμς. Ο Κνάουσγκορντ έγραψε μια εξάτομη μυθιστορηματική αυτοβιογραφία 3.600 σελίδων, που έχει ήδη μεταφραστεί σε 15 γλώσσες  - ο πρώτος τόμος, «Ενας θάνατος στην οικογένεια», κυκλοφόρησε προ ημερών και στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Τι είναι αυτό που γοητεύει τόσο τους αναγνώστες;

Ο 46χρονος, σήμερα, συγγραφέας προσπαθούσε επί χρόνια να γράψει για τη σχέση του με τον πατέρα του - η αδυναμία του να συλλάβει το ακριβές πλαίσιο ενός τέτοιου βιβλίου τον οδήγησε το 2008 στο να αρχίσει απλώς να περιγράφει τη ζωή του. Την πραγματικότητα. Σκέψεις, εικόνες, γεγονότα. Από την κάθε ασήμαντη στιγμή της καθημερινότητας μέχρι την κηδεία του αλκοολικού πατέρα του. Δεν αλλάζει ούτε τα ονόματα. Σε μία από τις πρώτες σελίδες του πρώτου τόμου μάς συστήνεται: «Εγώ που γράφω, ο Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ, γεννήθηκα τον Δεκέμβρη του 1968 και την ώρα αυτή που γράφω είμαι τριάντα εννέα χρόνων. Εχω τρία παιδιά, τη Βάνια, τη Χάιντι και τον Τζον, και είμαι παντρεμένος, σε δεύτερο γάμο, με τη Λίντα Μπούστρεμ Κνάουσγκορντ. Και οι τέσσερις κοιμούνται στα δωμάτια γύρω μου, σε ένα διαμέρισμα στο Μάλμε, όπου μένουμε εδώ και ενάμιση χρόνο». 

Ενας προκλητικός τίτλος

Η σύζυγός του, όταν διάβασε το πρώτο βιβλίο, έφτασε στο σημείο να νοσηλευτεί από κατάθλιψη. Αλλοι συγγενείς και φίλοι τού γύρισαν την πλάτη προσβεβλημένοι από την έκθεση της προσωπικής τους ζωής. Για τον ίδιο ήταν μια λύτρωση. Το ξεγύμνωμά του μπροστά στον αναγνώστη λειτούργησε εξαγνιστικά - κι ας έπρεπε να απολογηθεί στους οικείους του. Κάτι άλλο που επίσης όφειλε να κάνει ήταν να εξηγήσει τον προκλητικό τίτλο που φέρει η εξαλογία: «Ο Αγώνας μου». «Γιατί να συνδέσεις το βιβλίο σου με τον Χίτλερ;» τον ρώτησε ο εκδότης του. Εχουν δοθεί διάφορες ερμηνείες. Ειρωνεία, εμπορικό τρικ, μια ναρκισσιστική αίσθηση μεγαλείου ή απλώς ο Κνάουσγκορντ έκρινε ότι  είναι ο πιο κατάλληλος τίτλος; Οπως λέει κάποια στιγμή η γιαγιά του, «η ζωή είναι αγώνας». Στη Γερμανία, πάντως, μεταφράστηκε ως «Πεθαίνοντας».

Ο ρυθμός γραφής του ήταν αφύσικος. Είκοσι σελίδες τη μέρα. Εξι τόμοι σε μια διετία. Αυτή η ταχύτητα, φυσικά, είχε κάποιο ποιοτικό κόστος. Η αφήγησή του είναι συχνά διεκπεραιωτική και η εμμονή στις λεπτομέρειες κουράζει. Ο χαρακτηρισμός «Νορβηγός Προυστ» που τον ακολουθεί είναι κολακευτικός και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αλλά, όπως σχολίασε ο βιβλιοκριτικός Τζέιμς Γουντ στο New Yorker, «ακόμη και όταν βαριόμουν, δεν έχανα το ενδιαφέρον μου». Γιατί αυτή η ειλικρινής εξομολόγηση δεν μπορεί να αφήσει κανέναν αδιάφορο. Το κείμενο σε αιχμαλωτίζει και αυτό δεν συμβαίνει επειδή σου επιτρέπει να κοιτάξεις από την κλειδαρότρυπα μια άλλη ζωή, αλλά επειδή, όπως σχολίασε ο Εβαν Χιουζ στο New Republic, «είναι σαν να ανοίγεις το ημερολόγιο κάποιου άλλου και να βλέπεις τα δικά σου μυστικά». Αυτός είναι ο θρίαμβος του Κνάουσγκορντ. Μέσα από το «εγώ» του απέδειξε πόσο κοινά είναι για τους ανθρώπους όλης της Γης τα μικρά και τα μεγάλα πάθη, οι σκοτεινές σκέψεις, οι αδιέξοδες σχέσεις, ο καθημερινός αγώνας.

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ