ΕΛΛΑΔΑ

Εσείς τους συμπαθείτε τους Ελληνες;

ΟΛΓΑ ΣΕΛΛΑ

Εκατομμύρια τουρίστες που επισκέπτονται την Ελλάδα θαυμάζουν ασφαλώς τον ελληνικό πολιτισμό. Στην επαφή τους με τους σύγχρονους Ελληνες, πάντως, αρκετοί αντιμετωπίζουν... προβλήματα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Ανήκω σ’ έναν λαό τον οποίο βδελύσσομαι. Το βδέλυγμα είναι αυτός ο λαός. Ο ελληνικός λαός». Είναι μια παράγραφος από ένα κείμενο που συζητήθηκε πάρα πολύ: του θεατρικού συγγραφέα Δημήτρη Δημητριάδη με τίτλο «Το βδέλυγμα». Με τη δημοσίευσή του στη Lifo, άναψαν φωτιές. Στα social media αρχικά, αλλά οι σπίθες έφτασαν και στον έντυπο Τύπο. Οι πιο πολλοί αντέδρασαν κυρίως για το ύφος, ομολογουμένως προκλητικό, κάτι που είναι μάλλον χαρακτηριστικό στον Δημητριάδη και στο θεατρικό του έργο. Απευθυνθήκαμε σε τρεις έμπειρους δημοσιογράφους και τους θέσαμε το ερώτημα: «Εσείς συμπαθείτε τους Ελληνες;». Να τι απάντησαν η Κατερίνα Οικονομάκου, ο Κώστας Ρεσβάνης και ο Τέλης Σαμαντάς:

«Επί της ουσίας το άρθρο του κ. Δ. Δημητριάδη πάσχει από την ίσως χειρότερη ασθένεια του δημόσιου λόγου, την έλλειψη πρωτοτυπίας», λέει ο Κώστας Ρεσβάνης.«Επαναλαμβάνει τα περί κατάντιας του ελληνικού λαού, ένα μοτίβο που επί χρόνια μηρυκάζεται, γεγονός που προφανώς γνωρίζει και γι’ αυτόν το λόγο καταφεύγει στο μόνο τέχνασμα που του απομένει για να προσεχθεί το πόνημα: στην πρόκληση με τη μορφή ακραίων εκφράσεων και στην ανόητη γενίκευση, που καταντάει ωστόσο ο ορισμός του απολιτικού λόγου.

Θα μπορούσε να του αντιτείνει κάποιος ότι οι συμπεριφορές ενός λαού δεν είναι αυτοφυείς, από κάποιους καλλιεργήθηκαν επίμονα, κάποιοι τις πότισαν. Και από εδώ, κατά τη γνώμη μου, αρχίζει η σοβαρή κουβέντα». Και στην ερώτηση της «Κ» απαντά: «Συμπαθήστε με, αλλά νιώθω αμηχανία. Είτε θετικά απαντήσω είτε αρνητικά, φοβάμαι ότι θα αντιγράψω τον κ. Δ.Δ. και δεν θα το ήθελα. Απλοϊκά και αυτονόητα θα έλεγα: γνώρισα και συμπάθησα Ελληνες, Γάλλους, Αλβανούς, Γερμανούς, Τούρκους... Οπως γνώρισα και δεν συμπάθησα Ελληνες, Γάλλους, Αλβανούς, Γερμανούς, Τούρκους...».
Δημοσιογράφος της νεότερης γενιάς, η Κατερίνα Οικονομάκου καταθέτει τη δική της ματιά:

«Παραγίναμε νευρικοί»

«Εχω μια τάση να συμπαθώ όλους τους λαούς, πράγμα που σημαίνει ότι και οι Ελληνες συμπαθείς μού είμαστε. Εκτός από τις αμέτρητες φορές που με εκνευρίζουμε, με εξοργίζουμε, με κάνουμε να μη μας αντέχω. Μου συμβαίνει συνέχεια: πολλές φορές μέσα στην ίδια μέρα κι άλλοτε σε όλη τη διάρκεια της ημέρας. Εύχομαι να μην είμαι η μόνη, γιατί αν δεν το μοιράζεται κανείς δεν έχει πλάκα. Καλή η αυτοκριτική, ακόμη καλύτερη η ενδοσκόπηση, αλλά χωρίς λίγη τρυφερότητα, μια στάλα έλεος και χιούμορ, η ζωή γίνεται ακόμη σκληρότερη. Εχουμε περιθώρια; Δεν συμμερίζομαι τον ζόφο που απέπνεε το κείμενο του Δ. Δημητριάδη και πολύ περισσότερο δεν συμμερίζομαι αυτό που μου φάνηκε σαν καλωσόρισμα συλλογικής τιμωρίας. Αλλά το διάβασα σαν κραυγή απελπισίας κι ως ένα είδος αυτοέκθεσης, που λίγοι τολμούν σε ένα περιβάλλον όπου το λεκτικό λιντσάρισμα –ειδικά στα κοινωνικά μέσα– είναι ρουτίνα. Γιατί όσο συμπαθείς κι αν είμαστε, τα τελευταία χρόνια έχουμε παραγίνει νευρικοί».

Το χιούμορ αντιτείνει ο Τέλης Σαμαντάς απέναντι στην πρόκληση. Ενα χιούμορ όμως που σαρκάζει και τα στερεότυπα: «Να πω την αλήθεια στην αρχή τρόμαξα κάπως με το ερώτημα: «Τους Ελληνες»; Ολους μαζί, δηλαδή, μ’ ”ένα σώμα, μια ψυχή”, που μας έβαζαν και τραγουδούσαμε στον στρατό; Αυτούς που “έρχονται από τα βάθη των χρόνων και που μοίρασαν απλόχερα τον πολιτισμό και άλλα καλούδια στον κόσμον όλον”, που μας μάθαιναν στο σχολείο; Οταν όμως αποσαφηνίστηκε ότι αφορμή για το ερώτημα ήταν το κείμενο του Δ. Δημητριάδη –“Το βδέλυγμα”– ησύχασα. Κατάλαβα, δηλαδή, πως το ερώτημα μας καλεί να τοποθετηθούμε υπέρ ή κατά κάποιας αντίληψης, που “βδελύσσεται” τους “Ελληνες” – έτσι, εκτός τόπου, χρόνου, συνθηκών και λοιπών “ιστορικών και γεωγραφικών παραγόντων” (που θα ’λεγε και ο Μπροντέλ), τη σημασία των οποίων κουτσομάθαμε στο πανεπιστήμιο ή διδαχθήκαμε μόνοι μας. Βάσει, λοιπόν, αυτών των “παραγόντων”, η απάντησή μου είναι: Ναι, τους συμπαθώ τους Ελληνες – α, και τις Ελληνίδες, παρεμπιπτόντως».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ