ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

«Η έννοια της πατρίδας έχει αλλάξει»

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

«Το να έχεις σήμερα δύο γλώσσες και δύο πατρίδες είναι απελευθερωτικό», λέει η Γαλλίδα φιλόσοφος.

Νοσταλγία – είναι από μόνη της λέξη μεγάλης δυναμικής και την οφείλουμε στους Ελβετούς ψυχιάτρους του 17ου αιώνα. Δεν ξέρω αν είμαστε τυχεροί που εκείνοι, με πρώτο και καλύτερο τον Χάρντερ, επινόησαν τη λέξη «νοσταλγία» για να περιγράψουν τη νόσο των Ελβετών στρατιωτών που κατέρρεαν στις εκστρατείες όταν άκουγαν φλογέρες ή έβλεπαν αγελάδες που τους θύμιζαν τη μαμά-πατρίδα.

Η λέξη επιλέχθηκε μέσα από ένα μάτσο ανοησίες: «φιλοπατριδομανία» (την είχε προτείνει πάλι ο Χάρντερ) ή «ποθοπατριδαλγία» (Τσβίνγκερ)· χρεωθήκαμε, όμως, σκέτο τον ορισμό της νόσου της επιστροφής· σε πατρίδα, σε γλώσσα, σε ταυτότητα.

Η Μπαρμπαρά Κασέν, Γαλλοεβραία ελληνίστρια φιλόλογος, φιλόσοφος, γλωσσολόγος, λογοτέχνις και μεταφράστρια, καταπιάστηκε με τη νοσταλγία, αναρωτώμενη πότε είναι κανείς στο σπίτι του. Χρησιμοποίησε τρεις εμβληματικές μορφές της Ιστορίας: τον Οδυσσέα, τον Αινεία και τη Χάνα Αρεντ. Στο δοκίμιό της περιγράφει τις διαφορετικές μορφές της νοσταλγίας, όπως εκείνες εντοπίζονται στους τρεις «ήρωές» της – και δικούς μας. «Ο Οδυσσέας είναι το ερώτημα της ταυτότητας, ο Αινείας το ερώτημα της καταγωγής και η Χάνα Αρεντ το ερώτημα της εξορίας, δίχως καμία πιθανότητα επιστροφής» λέει στην «Κ», κατά την επίσκεψή της στην Αθήνα, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου «Νοσταλγία – Πότε λοιπόν είναι κανείς σπίτι του;» από τις εκδόσεις Μελάνι, στην έξοχη μετάφραση της Σεσίλ Ιγγλέση-Μαργέλλου, και μία ομιλία της στο Γαλλικό Ινστιτούτο.

Επιστροφή, αλλά πού;

Η Κασέν ανασυστήνει τον πόνο και τον πόθο της επιστροφής, αλλά δεν τον ταυτίζει αποκλειστικά με τον τόπο. Ο Οδυσσέας, παρότι επιστρέφει στην Ιθάκη, τον βασανίζει ένα «όχι ακόμα», το οποίο δεν τον αφήνει σε ησυχία, εξ ου και αρχίζει δεύτερο ταξίδι ύστερα από τα δέκα χρόνια περιπλάνησης σε θάλασσες και σε στεριές. «Ετσι είναι γραμμένη η επιθυμία μας. Να θυμηθούμε και τον Λακάν. Αυτός είναι ο τρόπος που ζούμε.

Είναι καλό να μη νιώθεις πουθενά σαν στο σπίτι σου, διότι αυτό είναι το νόημα της ζωής. Ετσι, επανεφευρίσκουμε τη ζωή μας», αναφέρει στην κουβέντα μας, στις παρυφές του Λυκαβηττού.

Ο Αινείας, από την πλευρά του, κουβαλά τον τόπο του από την Τροία στη Ρώμη. Μαζί και τους θεούς, τη γλώσσα του, τις συνήθειές του. Δεν επιστρέφει πουθενά, ωστόσο δημιουργεί εκ νέου μια πατρίδα με όλα τα υλικά της παλαιάς. «Η Ρώμη είναι ο ιδανικός τόπος για τον Αινεία, που τον καλωσορίζει. Πολύγλωσση και ανοιχτή, η πρώτη μητρόπολη της Δύσης μιλάει ήδη τουλάχιστον τρεις γλώσσες».

Το ζήτημα της γλώσσας αλλά και της ανοιχτής κοινωνίας απασχολεί, όπως είναι προφανές, πολύ την Κασέν. Ο τρόπος της επικοινωνίας σήμερα είναι κάτι που το ξέρει καλά, ούσα και η ίδια πολύγλωσση και με δύο καταγωγές. «Οι γλώσσες παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο για τον πολιτισμό, μια και συνεχώς επανεφευρίσκουν τον εαυτό τους. Η μετάφραση είναι το μέσον, η γνώση των διαφορών μεταξύ των πολιτισμών, είναι η μάχη του “μεταξύ”. Σήμερα αναρωτιέμαι ποια είναι η πολιτισμική γλώσσα της Ευρώπης. Νομίζω ότι ο ρόλος της γλώσσας είναι ακριβώς αυτός: να επανακαθορίσει την ίδια την Ευρώπη. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορώ να εντοπίσω τον χώρο για μία κοινή πολιτισμική γλώσσα. Σαν να μη φτάνει η γλώσσα γι’ αυτόν τον σκοπό, κυρίως, δε, διότι δεν υπάρχει κοινή γλώσσα», λέει η ίδια.

Οταν τη ρωτώ για τη γλώσσα του Ιντερνετ, που είναι μία κοινή γλώσσα για ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη, εκείνη λέει: «Από τη μια υπάρχουν οι γλώσσες όπως τις ξέρουμε· από την άλλη, ο κώδικας του Ιντερνετ. Το Διαδίκτυο δεν έχει γλώσσα, έχει κώδικα. Η εποχή μας είναι η εποχή του Google. Ολοι μας γνωρίζουμε τα πάντα, αλλά αυτό δεν συμβαίνει στ’ αλήθεια. Ο κόσμος μας παριστάνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει δίχως τη δημοκρατία και τον πολιτισμό, αλλά χαρακτηριστικό σύμπτωμά του μη δημοκρατίας και μη πολιτισμού είναι το Google».

Οι νέες πατρίδες

Το ζήτημα της Αρεντ είναι κάτι που θα έπρεπε να μας απασχολήσει σήμερα, την εποχή της μεγάλης κινητικότητας των ανθρώπων από μία χώρα σε μια άλλη, όχι πάντοτε με τον καλό τρόπο. Ασφαλώς, αναφερόμαστε στο τεράστιο κύμα προσφύγων. Ας αναλογιστούμε το μέγεθος: σήμερα, 60 εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται στους δρόμους του πλανητικού χωριού αναζητώντας μια νέα πατρίδα. Οπως ακριβώς έκανε και η Χάνα Αρεντ. «Η Αρεντ είναι ο καθένας μας. Σαφώς, η έννοια της πατρίδας έχει αλλάξει πια. Ποια είναι η πατρίδα των προσφύγων σήμερα; Η πατρίδα τους είναι ένα μέρος στο οποίο δεν θέλουν πλέον να βρίσκονται. Είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από την περίπτωση του Οδυσσέα και του Αινεία. Εξάλλου, το να έχεις σήμερα δύο γλώσσες και δύο πατρίδες είναι απελευθερωτικό, ειδικά αν αναλογιστούμε την αποστροφή του Ντεκάρτ. Και, βέβαια, δεν έχει κανένα νόημα να διαχωρίζουμε τους πολιτικούς πρόσφυγες από τους οικονομικούς μετανάστες», λέει η Κασέν. «Χρειαζόμαστε την Ευρώπη, αλλά εκείνη δεν είναι αρκετή. Αυτό που χρειάζεται είναι να γίνει η Ευρώπη πιο ανοιχτή. Οι ηγέτες μας δεν το προσπαθούν όμως. Οταν ο Κούντερα λέει “Ευρωπαίος: αυτός που νοσταλγεί την Ευρώπη”, αυτό ακριβώς εννοεί: τη νοσταλγία για κάτι που θα μπορούσε να υπάρξει, αλλά δεν υφίσταται ακόμα. Η αλήθεια είναι ότι οι Ευρωπαίοι θα έπρεπε να νοσταλγούν κυρίως την ευφυΐα!» αναφέρει.

Η Κασέν θεωρεί ότι τα σύγχρονα γκέτο στις πόλεις της Δύσης δεν δημιουργούνται μόνο από την κοινή γλώσσα όσων τα απαρτίζουν, ούτε καν από την κοινή καταγωγή. «Τα γκέτο δημιουργούνται λόγω των οικονομικών και των κοινωνικών συνθηκών. Αυτά τα ζητήματα πρέπει να δει η Ευρώπη. Εξάλλου, η πολυπολιτισμικότητα χτίζεται μόνον εάν ακούς. Δεν φτάνουν τα globish που μιλάμε όλοι, δηλαδή τα αγγλικά, αλλά όχι ακριβώς. Δεν γινόμαστε έτσι πολύγλωσσοι».

Το παρελθόν μας

Πολλές φορές, αναρωτιέμαι εάν οι Ελληνες νοσταλγούμε το παρελθόν και μιλούμε γι’ αυτό χρησιμοποιώντας το ως άλλοθι για να μη δώσουμε σημασία στο παρόν και στο μέλλον μας. Πηγαίνω την κουβέντα μας προς τα εκεί. «Το παρελθόν είναι σαν τη γλώσσα: είναι κομμάτι του παρόντος. Η Ελλάδα, για πολλά χρόνια, δεν ήταν ανεξάρτητη χώρα. Για να μην αναφερθούμε στους φρικτούς της ηγέτες. Ωστόσο το σπουδαίο παρελθόν της είναι το παρελθόν όλου του κόσμου. Ευτυχώς, αυτό το παρελθόν δεν ανήκει πλέον μόνο στους Ελληνες», μου λέει.

Παραφράζοντας το ρητορικό ερώτημα του Χαίλντερλιν για τους ποιητές, τη ρωτώ για τη σημασία των φιλοσόφων στους σημερινούς, μικρόψυχους καιρούς. «Δεν είμαι σίγουρη ότι υπάρχουν “καθαροί” φιλόσοφοι στις μέρες μας. Τα επιστημονικά πεδία μπλέκονται μεταξύ τους, ενώ χρειαζόμαστε την εξειδίκευση. Χρειαζόμαστε εκείνους που μπορούν να μελετήσουν τη φιλοσοφία και τους φιλοσόφους καλά. Αυτούς μπορούμε να τους αποκαλέσουμε φιλοσόφους, μια και δεν είναι απαραίτητο να οικοδομήσουν τη δική τους φιλοσοφία. Εξάλλου, φιλόσοφος είναι εκείνος που αλλάζει τα πράγματα. Το ίδιο ισχύει για τους ποιητές και, βέβαια, για τους πολιτικούς. Τελικά, η φιλοσοφία χρειάζεται να αντιληφθεί καλύτερα τι συμβαίνει σήμερα, αλλά και τι μας επιφυλάσσει το μέλλον. Μας λείπουν οι ηγέτες που προβλέπουν και που έχουν όραμα για το μέλλον».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ