Τασούλα Καραϊσκάκη ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Πέτρινες κεφαλές, στ’ άπατα των απάτων

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ​πτώση του Agusta Bell στην Κίναρο που στοίχισε τη ζωή στους τρεις άτυχους αξιωματικούς του Πολεμικού Ναυτικού, άφησε να φανεί μια παράπλευρη, μάλλον ξεχασμένη πτυχή της ελληνικής ζωής. Τους ερημίτες των νησίδων. Αυτόπτης μάρτυς του δραματικού συμβάντος η Ειρήνη Κατσοτούρχη, μοναδική κάτοικος της Κινάρου. Μετανάστες με τον άντρα της στην Αυστραλία επέστρεψαν για να εγκατασταθούν στα δικά της πάτρια εδάφη – στην Κίναρο κατοικούσαν οι προερχόμενοι από την Αμοργό γονείς της. Οταν ο άντρας της, Μικές Κατσοτούρχης πέθανε το 2013, έμεινε η μοναδική κάτοικος της νησίδας, που το 1951 –όταν η Ελλάδα είχε πληθυσμό 7,6 εκατομμύρια– αριθμούσε 8 οικογένειες ή 12 κατοίκους. Στη γειτονική Λέβιθα ζει η οικογένεια των Καμπόσων, ο 90άρης Δημήτρης Καμπόσος με τα παιδιά και τα εγγόνια του. Στην Πλάτη, κοντά στα Ιμια, διαβιοί ο επονομαζόμενος «Πλατάρχης» Μιχάλης Λαμπρόπουλος. Στη Σαμιοπούλα ζούσε έως το 2009 η Κατίνα Κάππου. Στη Δοκό κατοικεί η 84χρονη Μ. Ντούσκου. Σκληροτράχηλοι αρνησίκοσμοι ή ακατάβλητοι βιγλάτορες, άφοβοι φρουροί της χώρας, ζωντανοί κυματοθραύστες ποικιλώνυμων ορέξεων; Πάντως, όχι από εκείνους που θα εποικούσαν βραχονησίδες μόνο και μόνο για να τροποποιήσουν το νομικό καθεστώς τους (βράχοι που δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη ζωή, δεν έχουν οικονομική ζωή, άρα και υφαλοκρηπίδα). Τα χώματα που πατούν τα νιώθουν πατρογονικά τους.

Ωστόσο, όχι χωρίς κινδύνους. «Η ζωή στη Ρω δεν είναι και τόσο ευχάριστη, αλλά νιώθεις πιο πολύ την Ελλάδα, χαμένος όπως είσαι στο πέλαγος, λίγες εκατοντάδες μέτρα από τις τουρκικές ακτές» είχε πει η κυρά της Ρω, η Δέσποινα Αχλαδιώτη, που έως τον θάνατό της το 1982 σε ηλικία 92 ετών, ύψωνε την ελληνική σημαία κάθε πρωί και την κατέβαζε με τη δύση του ήλιου, για να θυμίζει ότι εκείνος ο ξέμακρος βράχος είναι Ελλάδα.

Βραχονησίδες, λέξη με ευαίσθητο, βαρύ φορτίο. Ξυπνούν, πέρα από τον κατοπτρισμό ενός ερημικού παραδείσου, τη μνήμη και τον φόβο των διεκδικήσεων, την πιθανότητα να χαρακτηριστούν (δύσκολο, με τα τόσα χρόνια χαρτογραφημένης ιστορίας), όπως πολλάκις από τη γείτονα, terra nullius, γη αδέσποτη, με αδιευκρίνιστο καθεστώς, γκρίζo...

Ομως, όσο έντονη κι αν είναι η αίσθηση του καθήκοντος, η συνείδηση του ακρίτα φύλακα Ελλάδας (και Ευρώπης), τόσο ισχυρό -ίσως και περισσότερο- πρέπει να είναι εκείνο το πιο βαθύ που τους συνδέει με τα ανεμοδαρμένα σιωπηλά κομμάτια γης. Αλλωστε, η εξυψωτική αίσθηση ηρωισμού και αυτοθυσίας «μάχεται» καθημερινά με την πικρή επίγνωση της εγκατάλειψης (δεν αρκούν οι επετειακές επισκέψεις στρατιωτικών κλιμακίων), καθώς το ελληνικό κράτος δεν έχει σχέδιο, σταθερή πολιτική ούτε για το πιο ορατό κομμάτι της νησιωτικής Ελλάδας – η χώρα διαθέτει 6.000 νησιά, νησίδες και βραχονησίδες· μόνο τα 127 κατοικούνται και μόνο 79 έχουν πληθυσμό άνω των 100 κατοίκων. Η ισόβια αγάπη για τα αλμυρά βράχια είναι που τους κρατά καρφωμένους εκεί. Αλλωστε κι εκείνοι ολόιδιοι είναι με τα ξερά χέρσα χώματα που στέκονται –όπως έλεγε ο Κόντογλου– «ριζωμένα βαθιά στ’ άπατα των απάτων, μέσα στα μελανά βάθη της άβυσσος και ξεπετούνε κατά τον ουρανό τις πέτρινες κεφαλές τους αγριεμένα ενάντια στην αμάχη του πελάγου, σαν γινατεμένοι Ακρίτες».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ