ΒΙΒΛΙΟ

Η νοσταλγός

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Η επιστροφή του Οδυσσέα» του Τζόρτζιο ντε Κίρικο. Δεν είναι ο Οδυσσέας που νοσταλγεί την Ιθάκη, είναι και η Ιθάκη που δεν μπορεί να τον κρατήσει πέρα από τρεις μέρες...

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο​​ πατέρας μου, κάτοικος Αθηνών πάνω από 50 έτη, στα 78 του χρόνια επαναλαμβάνει συχνά τον τελευταίο καιρό ότι θέλει να επιστρέψει στον γενέθλιο τόπο του, την Πρέβεζα. «Θέλω να γυρίσω σπίτι μου», λέει.

Ακούω μερικά παιδιά στο σχολείο το μεσημέρι να μη θέλουν να γυρίσουν στο σπίτι τους. «Αφού δεν θα είναι η μαμά», λένε. Θεραπευόμενοι που έχουν δραπετεύσει από δύσκολους γάμους περιγράφουν ότι δεν αισθάνθηκαν με τον/τη σύντροφό τους ποτέ σαν να βρίσκονταν σπίτι τους. Ολο και συχνότερα πιάνω τον εαυτό μου, όταν μια συνθήκη της ιδιωτικής μου στιγμής δεν είναι άνετη, χαλαρωτική, να νιώθω τη δυσφορία του ανέστιου ανθρώπου. Και έρχονται πάλι εκείνες οι στιγμές στη ζωή που μόνο ένα βλέμμα, ένας ήχος, μια μυρωδιά, μια κουβέντα μάς γυρίζει πίσω «σπίτι».

Πότε, λοιπόν, είναι κανείς σπίτι του; Τι είναι αυτό το «σπίτι» που συνειδητά ή ασυνείδητα αναζητάμε όλοι; Είναι το οίκημα των παιδικών χρόνων; Είναι η μητρική φωνή; Είναι η γλώσσα του παιδικού νανουρίσματος;

Είναι αυτό που ξέρουμε ως δικό μας; Και είναι κάτι μόνο από το βαθύ παρελθόν; Είναι ίδιο για όλους; Και γιατί υπάρχουν όλοι αυτοί που πασχίζουν να ξεφύγουν από το δικό τους οικείο προς το ανοίκειο; Γιατί το σπίτι γίνεται φυλακή;

Η Barbara Cassen, φιλόσοφος, ελληνίστρια φιλόλογος, δοκιμιογράφος και μεταφράστρια, γράφει ένα εξαιρετικό δοκίμιο για τη νοσταλγία, με τίτλο «Η νοσταλγία, πότε λοιπόν είναι κανείς σπίτι του;», σε μετάφραση της Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι. Σε αυτό το μικρό διαμάντι η Κασέν περιδιαβαίνει φιλοσοφικά τη διαδρομή τριών μεγάλων νοσταλγών: του Οδυσσέα που ταξίδεψε δέκα έτη για την Πηνελόπη του, για να μείνει τελικά τρεις μέρες στο νησί της Ιθάκης, του Αινεία που εξορίστηκε και αναγκάστηκε να θυσιάσει τη γλώσσα του για να βρει ξανά πατρίδα και τη Χάνα Αρεντ που αναζήτησε, εξαιτίας του ναζισμού, άλλες πατρίδες στη Γαλλία και στην Αμερική, αδυνατώντας όμως να απεμπολήσει τη μοναδική πατρίδα που την έκαιγε, τη μητρική γλώσσα.

Το δοκίμιο βρίθει αναφορών σε πολλαπλά επίπεδα. Δεν είναι μόνον η ψυχική αναζήτηση του τι σημαίνει «σπίτι», δεν είναι το λίγωμα της νοσταλγίας που κινητοποιεί τον άνθρωπο, δεν είναι ευθεία και μοναδική η περιπλάνηση των νοσταλγών και δεν είναι πάντα ιάσιμη αυτή η πληγή. Η Κασέν φέρνει στην επιφάνεια με εξαιρετικά σύνθετο και βαθύ τρόπο ζητήματα ύπαρξης, συλλογικότητας, χωρών, γλωσσών, μετανάστευσης, οικείου και ξένου. Ανατέμνει μέσα από τους τρεις ήρωές της ζητήματα ιστορίας και φιλοσοφίας που αφορούν στο σήμερα του δυτικού και κυρίως του ευρωπαϊκού κόσμου. Ευρωπαίος είναι αυτός που νοσταλγεί την Ευρώπη, λέει συχνά. Είναι αυτός που προσδοκά κάτι που χάνεται. Και εκεί τολμά να μιλήσει για τον κόσμο που τίθεται μέσα από τους περιηγητές της ιστορίας σε συνεχή αναδιαμόρφωση. Δεν είναι μόνον ο Αινείας που εξορίζεται. Είναι και ο κόσμος που αλλάζει. Δεν είναι μόνον ο Οδυσσέας που νοσταλγεί την Ιθάκη. Είναι και η Ιθάκη που δεν μπορεί πλέον να τον κρατήσει πέρα από τρεις μέρες. Γιατί όπως και εκείνος είναι πολυμήχανος, έτσι και η νοσταλγία πολυμήχανα δεν αφήνει αυτούς που έχουν ακούσει το τραγούδι της Σειρήνας να ησυχάσουν. Αλλωστε, η Αρεντ σε όλη της τη ζωή προσπάθησε με το έργο της να ξεχωρίσει τη γλώσσα από τον λαό. Δεν νοσταλγώ τη Γερμανία, έλεγε, ούτε την εβραϊκή μου ταυτότητα. Τη γλώσσα μου νοσταλγώ.

Δεν υπάρχει άνθρωπος, τονίζει η Κασέν. Υπάρχουν άνθρωποι. Οπως και ο Ρενέ Καές, στο ψυχαναλυτικό του βιβλίο «Ο πληθυντικός ενικός» (εκδ. Καστανιώτη), έτσι και η συγγραφέας της «Νοσταλγίας» τονίζει ότι ο άνθρωπος είναι πολλοί. Είναι όλοι αυτοί μέσα του, δίπλα του, πριν από αυτόν και μετά. Είναι η σχέση εντός και εκτός του. Και ο τόπος είναι πάντα μια συνάντηση, μια βάση, το αίσθημα της παράδοσης στον άλλο του κλειδιού της οικειότητας. Η νοσταλγία αφορά στην επιστροφή εκεί, μέσα μας, πίσω μας, εμπρός μας. Και για λίγο. Τόσο μέχρι να κινήσουμε για άλλο ταξίδι. Διότι τελικά δεν ανήκουμε πουθενά, αλλά για να συμβεί αυτό, πρέπει να ανήκουμε κάπου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ