ΒΙΒΛΙΟ

Περίπου σύγχρονη, περίπου ευρωπαϊκή

ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Οι «Αγανακτισμένοι» στο Σύνταγμα. Στο βιβλίο του «Στη χώρα του περίπου», ο Τάκης Θεοδωρόπουλος προβληματίζεται, μεταξύ πολλών άλλων, πάνω στο πώς θα εγκαταλείψει η ελληνική κοινωνία «τη συνθήκη της ακινησίας που έχει υπογράψει με τον εαυτό της».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ
Στη χώρα του περίπου
εκδ. Μεταίχμιο, 2016, σελ. 205

Στο περιβάλλον μου μαίνεται ένας μικρός εμφύλιος ανάμεσα σε εκείνους που αποθεώνουν τα κείμενα του Τάκη Θεοδωρόπουλου και σε εκείνους που θυμώνουν πολύ μαζί του (ς). Η ταύτιση του αρθρογράφου, του χαρακτήρα του και όσων πρεσβεύει, με αυτά που γράφει είναι απόλυτη και ενίοτε εκμηδενιστική, μέσα σε ηθικολογικούς αφορισμούς, τους οποίους δεν έχει και νόημα να αποκρούσει κανείς. Πρόκειται για γενικευμένο κανόνα και δεν αφορά μόνο τον Τάκη Θεοδωρόπουλο. Η ένταση των υπέρ και των κατά δηλώνει και την όχληση που προκαλεί, μοιραία αν ο αρθρογράφος αντιλαμβάνεται την ευθύνη του και δεν πορεύεται κολακεύοντας αλλά ερεθίζοντας εμμονές, ιδεοληψίες και βολικές, για την κοινωνία και το πολιτικό σύστημα, στρεβλώσεις.

Εξάλλου, το λέει και ο ίδιος στο τελευταίο του βιβλίο με τον ευρηματικό και εξαιρετικά ακριβή τίτλο «Στη χώρα του περίπου»: «Με τα χρονογραφήματά μου προσπαθώ να περιγράψω το συλλογικό μας ψυχογράφημα. Δεν τα καταφέρνω πάντα. Αλλοτε βάζω περισσότερη ειρωνεία από όση χρειάζεται, άλλοτε παίρνω τα πράγματα πολύ στα σοβαρά».

Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, βραβευμένος και καταξιωμένος συγγραφέας, διατηρεί στήλη χρονογραφήματος στην «Κ» εδώ και τέσσερα χρόνια. Εκτίθεται δηλαδή καθημερινά, μέσα σε εποχές μεγάλης αντάρας και διχασμού, με μόνη πυροπροστασία τις σκέψεις και τις λέξεις του. Τα κείμενα του Τ. Θεοδωρόπουλου, μέσα από ενότητες για την πόλη, τους πρόσφυγες, τη γλώσσα, την εκπαίδευση και τα αρχαία ελληνικά (αγαπημένα θέματά του), όπως είναι οργανωμένα στην πρόσφατη αυτή έκδοση, προσφέρουν μια καλειδοσκοπική παρατήρηση της ελληνικής πραγματικότητας. Γεμάτης από αντιφάσεις, άρνηση στις αλλαγές, διαρκή καταφυγή στο «περίπου»: περίπου σύγχρονη, περίπου ευρωπαϊκή, περίπου πλούσια, με κατοίκους περίπου Ελληνες, περίπου Ευρωπαίους, περίπου Ανατολίτες, περίπου Βαλκάνιους…

«Δεν χρειάζεται να πω ότι, όταν αδυνατείς να μετρήσεις τις πραγματικές σου διαστάσεις, καταφεύγεις στο Περίπου», υποστηρίζει.

Ο συγγραφέας είναι και φαίνεται άνθρωπος της λογοτεχνίας, της γαλλικής παιδείας, της αρχαίας –και όχι μόνο– ελληνικής γραμματείας, του ορθού λόγου, του Διαφωτισμού. Σε μια πιο προσεκτική ανάγνωση των κειμένων του αντιλαμβάνεται κανείς ότι είναι σε διάλογο με τον εαυτό του. Οσο αρραγής φαίνεται η άποψη και η διατύπωσή της τόσο εμφανίζει ρωγμές, την απαραίτητη εκείνη αμφιβολία που επιτρέπει στα κείμενα να «αναπνέουν» και στους αναγνώστες να «συνομιλούν». Ακόμη κι όταν εξεγείρονται. Σε βάθος χρόνου, η αμφιβολία κάνει τη δουλειά της. Σταλάζει και αποδομεί βεβαιότητες.

Γράφει: «Δεν πιστεύω ότι ο κόσμος είναι προορισμένος να “προοδεύει”, να βελτιώνεται συνεχώς με άλλα λόγια. Πιστεύω όμως ότι ο κόσμος μας είναι καταδικασμένος να μετασχηματίζεται και να μεταμορφώνεται. (…) Πώς το λέει ο Θουκυδίδης; Σήμερα οι Ελληνες αισθάνονται ασφαλέστεροι, εξασφαλίζουν με μεγαλύτερη ευκολία την τροφή τους, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχουν γίνει καλύτεροι άνθρωποι». Γράφει: «Το πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας είναι ότι στη μεταπολιτευτική κουλτούρα τα τραγούδια και οι τραγουδοποιοί ήσαν κυρίαρχοι, με αποτέλεσμα να θεωρούμε ότι η ρίμα παράγει και πολιτική σκέψη». Διαβάζεις και, συμφωνείς ή διαφωνείς, η άποψη είναι ολοκληρωμένη και τεκμηριωμένη, μέσα από αναφορές ή προσωπική παρατήρηση. Πώς αντιμάχεσαι τη θέση ότι η «ελληνική κοινωνία έχει αποσυντεθεί γιατί είναι μια κοινωνία που δεν περιμένει τίποτα από τον εαυτό της, που δεν απαιτεί τίποτα από τον εαυτό της παρά μόνον την επιβίωσή της. Και τις απαιτήσεις μόνο ο πολιτικός λόγος μπορεί να τις δημιουργήσει». Ή πόση απόσταση μπορεί να σε χωρίζει από τη διαπίστωση ότι η ελληνική κοινωνία είναι μια «κατεξοχήν αντιπνευματική κοινωνία που αντιμετώπιζε τη σκέψη ως περιττή γκρίνια που χαλούσε τη διασκέδαση στο απέραντο νυχτερινό κέντρο».

Ζορίζει και εκνευρίζει ο Τάκης Θεοδωρόπουλος. Δεν είναι βολικός ούτε έχει «θεραπευτικές» ιδιότητες. Δεν καλύπτει το τραύμα, το αποκαλύπτει· δεν καρυκεύει το χθεσινό φαγητό για να το ξανασερβίρει σαν φρέσκο. Θυμώνει και εκτίθεται, επιμένει και αποκτά εχθρούς αλλά και φίλους. Αυτό συμβαίνει, ούτως ή άλλως, με όσους επιλέγουν στρατόπεδο για να δώσουν τη μάχη τους και δεν ενδύονται τον ρόλο του διαμεσολαβητή. Και ο συγγραφέας έχει πάρει θέση και δεν έχει μείνει αλώβητος. Επιτίθεται κατά μέτωπο, μέρα μεσημέρι, δεν προτιμάει το σκοτάδι, τις υποφωτισμένες περιοχές, τα ύπουλα κτυπήματα· το «θέλω να πω κάτι αλλά σκέφτομαι τις συνέπειες». Το λέει, το γράφει. Κι αν θεωρήσουμε ότι η πρόκληση έχει εκ των πραγμάτων και ναρκισσιστικό χαρακτήρα, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι η βία της πρόκλησης είναι αναγκαία όπως και οι ακρωτηριασμοί είναι, κάποτε, αναγκαίοι για να μη μολυνθεί ολόκληρος ο οργανισμός. Για να εγκαταλείψει η ελληνική κοινωνία «τη συνθήκη της ακινησίας που έχει υπογράψει με τον εαυτό της».

Στο τέλος του βιβλίου, στη σελίδα 205 για την ακρίβεια, σχολιάζει τη νέα θρησκεία της Πολιτικής Ορθότητας και αναρωτιέται «είμαι συντηρητικός;», για να απαντήσει ο ίδιος: «Και γιατί όχι; Τι θα πει συντηρητικός, αν εξαιρέσουμε τους πολιτικούς καιροσκόπους που επικαλούνται τον συντηρητισμό για να επιβιώσουν;».

Μονόλογος και διάλογος με τον εαυτό του και με τον αναγνώστη εναλλάσσονται, σαρώνοντας ψευδαισθήσεις και ψευτοδιλήμματα και στηρίζοντας αξίες (βλ. παιδεία) πάνω στις οποίες συγκροτούνται, σε στέρεα –και όχι «περίπου»– εδάφη, κοινωνίες.
Φίλε Τάκη, μπορεί να μη συμφωνώ με ό,τι λες, θέλω όμως κάθε μέρα να διαβάζω τι έχεις να πεις. Για να ασκούμαι στη μάχη των επιχειρημάτων και να επιβεβαιώνω την τέχνη της συγγραφής.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ